Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΧΘΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΧΘΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Ένα παλαιό αίτημα για ένα νέο δρόμο.


Η ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός του οδικού δικτύου της Τριφυλίας ήταν και είναι ένα πάγιο αίτημα των κατοίκων της, όπως και κάθε περιοχής, καθώς σε αυτό στηρίζεται κατά πρώτον  η ανάπτυξη ενός τόπου και κατά δεύτερον η γενικότερη επικοινωνία των κατοίκων.
Σήμερα ο δρόμος που συνδέει τις πόλεις Κυπαρισσία, Φιλιατρά, Γαργαλιάνους και Χώρα θεωρείται "επαρκής" για την επικοινωνία αυτών των πόλεων και των παρακείμενων σε αυτές  χωρίων, κάτι το οποίο πριν μερικά χρόνια δεν ήταν αυτονόητο.  Η συμβολή της αύξησης του πλήθους των οχημάτων που μπορούν σε ελάχιστο χρόνο να ενώνουν την Τριφυλία, έχουν ατονίσει ένα αίτημα που είχε αποτελέσει στις αρχές του δευτέρου μισού του 20ου αιώνα πεδίο ψηφοθηρικών ανταγωνισμών των πολιτικών της εποχής.
Ο λόγος για την διάνοιξη του δρόμου που θα ένωνε απευθείας την Κυπαρισσία με την Χώρα κατά μήκος των υπωρειών του Αιγαλέου όρους.......

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

TA ΠΑΛΙΑ ΚΟΥΛΟΥΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ!!!


Η έναρξη της Σαρακοστής που σηματοδοτείται με την Καθαρή Δευτέρα και τις εκδηλώσεις που ονομάζονται Κούλουμα, από τότε που θυμάμαι εγώ (τέλη της δεκαετίας του ’50) ήτανε συνδεδεμένη με το λόφο της Αγιά Παρασκευής και το σχετικό ξεφάντωμα που γινόταν εκεί, καιρού επιτρέποντος βέβαια.
Πήγαιναν οι άνθρωποι σε παρέες, συνήθως κατά σόγια συγγένειες και φιλίες, και άπλωναν ένα τραπεζομάντιλο πάνω στα ασπρολούλουδα και το γρασίδι σε εκείνο το ξέφωτο που ανοίγεται δεξιά από τον πευκώνα όπου εκτός από το κρασί με τη νταμιζάνα και τα ποτηράκια απίθωναν και τα νηστίσιμα εδέσματα. Από τα οποία, φυσικά, απουσίαζε αυστηρά το λάδι.
Και αυτά δεν ήταν τίποτα άλλο από κάποια πράγματα ιδίας παραγωγής όπως οι ελιές και τα φρέσκα κρεμμυδάκια μαζί με τα λούπινα, κάτι πικρά όσπρια σαν......

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

TEMPUS FUGIT ( Ο ΧΡΟΝΟΣ ΦΕΥΓΕΙ ) Μια ιστορία απο τα παλιά...

Τι να ήταν κείνο που πρωτοθαύμαζα από το καφενείο;
Τα μαρμαρένια τραπέζια- τέσσερα στον τοίχο συνέχεια στην κουζίνα μπροστά στους μουσαμαδένιους σε χρώμα καστανό καναπέδες, δύο στη μέση, από τη μια μεριά και την άλλη της στρογγυλής ξύλινης κολώνας που ανέβαινε από το υπόγειο και στήριζε το πάτωμα του σπιτιού, τρία στην πλευρά του πάγκου, ένα σιδερένιο στρογγυλό πλάι στην πόρτα και το μαύρο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι που χαρτόπαιζαν, στην πέρα γωνία προς του Σταματέλλου. Τα πόδια τους από ξύλο καστανιάς, έκαναν καμπύλη και υψώνονταν στη μέση καλλιτεχνικά.
Το μεγάλο ρολόι κρεμασμένο στη μέση του τοίχου, πάνω από τους καναπέδες, με τον μπρούτζινο ανθρωπάκο, αθλητή γυμνό, με το μακρύ σφυρί του που χτύπαγε τις ώρες στο ασημί καμπανάκι, στο κάτω μέρος του ρολογιού; Άλλο όμοιο ρολόγι στην περιοχή ήταν στο καφενείο του Βρετού- αυτός είχε φέρει και το δικό μας.
Ήτανε και οι φωτογραφίες με τους βασιλιάδες. Τον ΄Οθωνα και την Αμαλία αριστερά, το Γεώργιο και την ΄Ολγα στον τοίχο του βάθους, τον Κωνσταντίνο και τη Σοφία στην ανατολή. Δύο κάδρα με ξένα τοπία από τη μια μεριά και την άλλη του καθρέφτη με τη χρυσή κορνίζα κάτω από το ρολόγι.
Το ζωντανότερο απ΄όλα ήταν οι άνθρωποι, ο κόσμος που έμπαινε και καθόταν στα μαρμαρένια τραπέζια , που σερβιριζόταν από τον πατέρα μου και το βοηθό του, τον Ντίνο, αναδεξιμιό του. Ο παπάς με το ναργιλέ του, ο παπά-Γιώργης, ο γιατρός-«γιατροπέτρος- που διάβαζε την εφημερίδα περασμένη στην εφημεριδοθήκη, ο δάσκαλος ο Παπαδόπουλος, ο μπάρμπα-Σωτήρης ο Γιωργακόπουλος, ο Αυγέρης ο Τσώλης, ο Χαραλάμπης ο Κάππος, ο Τάσος Αυρηλιώνης, ο Σεφκέτης, ο μπάρμπα-Τάσος ο Καλόγερος, ο Κατσουλόγιαννης, ο Πολυχρονοπανάγος, ο Λυγγόχρηστας, ο Τσοπελοκωσταντής, ο Θοδωροπανάγος, ο Θανάσης Αποστολόπουλος, ο Κωτσέας, ο Κωσταντής Αυρηλιώνης, ο Πάρεδρος, ο Αντώνης ο Χρονόπουλος, ο Στυλιανός Δημόπουλος, ο Ξυλάς, ο Κατσουλέκας, ο Βραχνός, ο Αντώνης Σταθόπουλος, ο Καραμποτσόγιαννης…
Εντύπωση μεγάλη μου έκανε, γι΄αυτό και χαράχτηκε βαθειά στη μνήμη ο Ντίνος που τον έβλεπα να γυρίζει το μύλο του καφέ με το αριστερό χέρι και με το δεξί να στουμπανάει με το βαρύ σιδερένιο γουδοχέρι τη ζάχαρι στο πέτρινο γουδί.. «Πολύ προκομμένο παιδί» έλεγαν στο σπίτι. Σε δύο τρία χρόνια ο πατέρας του έδωσε τα ναύλο από τους μισθούς κι έφυγε για την Αμερική, όπου σε λίγο πήρε την αδερφή του και τον αδερφό του το Γιώργη, συνομήλικό μου, τον «Καφέ» όπως τον λέγαμε γιατί του άρεσαν οι καφέδες που τον φίλευε ο Ντίνος.
Και ο μύλος με είχε εντυπωσιάσει, προπαντός η μεγάλη ρόδα του, βιδωμένη καλά στον άξονα του χεριού, όπου έσμιγαν οι ακτίνες της ,καμπυλωμένες σα φίδια.
Χαιρόμουν ν΄ακώ το ξερό τρίξιμο του καφέ που αλέθονταν, να βλέπω να πέφτει αλεσμένος από το γερό σα σέσουλα στόμα του, να αιστάνομαι τη δυνατή μυρουδιά, τη μοσχοβολάδα του.
Κι ακόμα πιο πολύ χαιρόμουνα να βλέπω τον πατέρα μου να φτιάνει τους καφέδες. Τότε δεν ξέρω πως το έλεγα, σήμερα το λέω καθαρά «ιεροτελεστία». Κρατούσε το μπρίκι, μικρό ή μεγάλο, τέσσερα- πέντε όλα, το μεγαλύτερο για έξι καφέδες- και με το δεξί το κουταλάκι κι έριχνε πρώτα τον καφέ, κι ύστερα σε αναλογία τη ζάχαρη –μια καφέ, δύο ζάχαρη στο βαρύ γλυκό, κατάτι λιγότερο στο γλυκύ βραστό, κι ακόμα λιγότερο στο γλυκύ ελαφρό. Σ΄αυτούς που τον παράγγελναν «σκέτο», έπλενε πρώτα το μπρίκι με ζεστό νερό, γιατί ήταν « όλοι ιδιότροποι» και νευριάζονταν στην παραμικρή γεύση ζάχαρης. Το βρασμένο νερό από το καζάνι το΄ριχνε στο μπρίκι όσο γινόταν με μεγαλύτερη ακρίβεια για να μη γίνεται νερουλός και ανοσταίνει ο καφές. Το ψήσιμο στα κάρβουνα- που ήταν καλύτερα να έχουν και στάχτη- γινόταν με τέχνη και καπατσοσύνη, γιατί έπρεπε μόλις πήγαινε να τελειώσει το γύρισμα του καφέ, να τον τραβήξει από τα κάρβουνα και , αν ο καφές ήταν παραγγελμένος βαρύς- βαρύ γλυκός, πολλά βαρύς, μέτριος βαρύς τον κερνούσε χαμηλά ακουμπώντας την άκρη του μπρικιού στα χείλα του φλιτζανιού, χωρίς φουσκάλες το καϊμάκι. ΄Αν ο καφές παραγγελλόταν βραστός-γλυκύ βραστός, μέτριος ή ολίγο μέτριος βραστός ή με ολίγη ζάχαρη βραστός ελαφρός, το κέρασμα γινόταν ψηλοκρεμαστά. ΄Αρχιζε από το χείλος του φλιτζανιού ανέβαινε απότομα ψηλά, σταθερά, έτσι που να χτυπάει στη μέση του φλιτζανιού και να σχηματίζει μεγάλες και μικρές φουσκάλες… Φάνταζαν τόσο ωραία που καμιά φορά διάκρινες το πρόσωπό σου στη λαμπράδα τους όπως στις σαπουνόφουσκες.
Δεν κερνούσε τον καφέ αν πρώτα δεν καθάριζε το καθαροπλυμένο πάντα φλιτζάνι απ΄έξω και πιο καλά στα χείλα με την άσπρη ποδιά του, δεμένη στη μέση του, που το χρωματιστό ζωνάρι της με τα κρόσσια έπεφτε ως τα παπούτσια του. Το ίδιο γινόταν και με το πλύσιμο των ποτηριών και τότε έβανε στο δίσκο- έναν από τους τρείς αλουμινένιους δίσκους- , τον καφέ ή τους καφέδες με τα ποτήρια και σερβιρίζονταν οι πελάτες μέσα κι έξω στο καφενείο.
Έφτιανε τον καφέ όπως τον ήθελε ο κάθε πελάτης κι έβανε παραπάνω υλικά σ΄αυτούς που τον ήθελαν «πηχτόν» ή έρχονταν κουρασμένοι από τα χτήματα, ή τον έβραζε πολλές φορές και κάθε φορά χτυπούσε το μπρίκι στο πλακάκι για να τον κάμει «κατασταλαχτόν» σ΄αυτούς που ήταν όλο παραξενιά και ιδιοτροπία και παρεξηγιόνταν με το παραμικρό και της μύγας πέταγμα που λέει ο λόγος. ΄Ηταν και πελάτες που δεν παράγγελναν καφέ αν δε βρισκόταν στο καφενείο τον πατέρα να τον φτιάσει ο ίδιος.

θΈΜΗΣ ΤΡΙΦΥΛΙΟΣ
Δια το πιστόν της αντιγραφής Ε.Κ.Τσαμαδού

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

Η πρώτη Εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα

Εκεί όπου βρίσκεται σήμερα το Καλλιμάρμαρο Στάδιο γιορτάστηκε η πρώτη στην Ελλάδα Εργατική Πρωτομαγιά, στις 2 Μάη του 1893, με οργανωτή τον Σταύρο Καλλέργη και τον Κεντρικό Σοσιαλιστικό Σύλλογό του.Λίγα χρόνια πριν το 1890 ο Στ. Καλλέργης - εφαρμόζοντας την απόφαση της Β΄ Διεθνούς, που όριζε την 1η Μάη ως ημέρα αγώνων της εργατικής τάξης και τιμής προς τους Αμερικανούς εργάτες που δολοφονήθηκαν στο Σικάγο την 1η Μάη 1886 - οργάνωσε μια συγκέντρωση συμβολικού γιορτασμού της Πρωτομαγιάς στις στήλες του Ολυμπίου Διός, μεταξύ φίλων και συντρόφων, όπου και ανήγγειλε την ίδρυση του Σοσιαλιστικού Συλλόγου και την έκδοση της εφημερίδας «ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΗΣ». Την Πρωτομαγιά του 1891 ο Στ. Καλλέργης μαζί με 12 ακόμα Σοσιαλιστές πήγαν ομαδικά στο φωτογραφείο Σούτσου και φωτογραφήθηκαν, σε ένδειξη συμβολικής συμμετοχής στην παγκόσμια διαμαρτυρία των εργαζομένων. Τον επόμενο χρόνο, την Πρωτομαγιά του 1892, 30 σοσιαλιστές με επικεφαλής τον Στ. Καλλέργη συγκεντρώθηκαν μπροστά στο Στάδιο, διαμαρτυρόμενοι κατά του «πλουτοκρατικού αθλίου συστήματος».Το 1893 η Εργατική Πρωτομαγιά αποκτά για πρώτη φορά μαζικό χαρακτήρα. Στην εφημερίδα «ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΗΣ» (αριθμός φύλλου 23, πρώτο 15ήμερο του Μάη 1893) αναγγέλλεται η πρωτομαγιάτικη εκδήλωση:
«Στας δύο Μαΐου, ημέρα Κυριακήν, 5μ.μ. εις το Αρχαίον Στάδιον όπισθεν του Ζαππείου, εις την γέφυραν όπου είναι τα Αγγλικά μνημεία με κυπαρίσσια: Όλοι οι Σοσιαλισταί και οι υπό μισθόν πάσχοντες θα συναθροισθώσι διά να υπογράψωσι Ψήφισμα προς την Βουλήν των Ελλήνων...».
Οι συγκεντρωμένοι φθάνουν περίπου τους 2.000. Ένας μεγάλος αριθμός για την εποχή εκείνη, δεδομένων των πολιτικών συνθηκών, αλλά και του συνολικού πληθυσμού Αθήνας και Πειραιά που δεν ξεπερνούσε τις 150.000. Τη μαζική αυτή συγκέντρωση αποτελούσαν μέλη του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου, αλλά και «μέγα πλήθος εκ των πασχουσών εργατικών τάξεων των ευρισκομένων υπό τον ζυγόν του μισθού...» όπως γράφει η εφημερίδα «ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΗΣ» στο επόμενο φύλλο της.

Ο Στ. Καλλέργης, μιλώντας στους συγκεντρωμένους, ανέπτυξε τη δράση και τους στόχους των σοσιαλιστών και διάβασε ψήφισμα, το οποίο κάλεσε να υπογράψουν για να κατατεθεί στη Βουλή.Στο ψήφισμα σημειώνεται «...διαμαρτυρόμεθα κατά του σημερινού πλουτοκρατικού αθλίου συστήματος και ζητούμεν την επί του παρόντος βελτίωσιν της θέσεως των εργατών και μισθωτών και την διάδοσιν των σοσιαλιστικών αρχών, με σκοπόν την κατάργησιν του κληρονομικού δικαιώματος και της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής διά νομίμων και ειρηνικών μέσων, εάν δε ταύτα αποδειχθώσιν ανεπαρκή τότε διά παντός μέσου να διαδώσωμεν, να επιβάλλωμεν και να εφαρμόσωμεν τας ιδέας μας». Στη συνέχεια αναφέρεται το πλαίσιο αιτημάτων,αποκαλυπτικό για την κατάσταση της εργατικής τάξης την εποχή εκείνη:
«α) Την Κυριακή να κλείωσι τα καταστήματα και τα εργοστάσια καθ' όλην την ημέραν και οι πολίται να αναπαύονται.
β) Οι εργάται και οι μισθωτοί να εργάζονται 8 ώρες την ημέραν.
γ) Να απονέμεται σύνταξις εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους, προς συντήρησιν εαυτών και της οικογενείας των.
δ) Να καταργηθώσιν αι θανατικαί εκτελέσεις.
ε) Να καταργηθεί η διά χρέη προσωπική κράτησις και
στ) Το Διοικητικό Συμβούλιον του Κεντρικού Συλλόγου να επιδώσει το Ψήφισμα τούτο εις την Βουλήν».
Το Ψήφισμα υπέγραψαν 500 άτομα. Όμως καθώς η επίδοσή του στη Βουλή καθυστέρησε περίπου επτά μήνες, τα μέλη του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου συνέχισαν να μαζεύουν υπογραφές. Στις 2 Δεκεμβρίου 1893 όταν τα μέλη του Δ.Σ του Συλλόγου με επικεφαλής τον Στ. Καλλέργη πήγαν στην Παλαιά Βουλή να επιδώσουν το Ψήφισμα, είχαν μαζευτεί 2.000 υπογραφές.
Ο πρόεδρος της Βουλής παραλαμβάνει το Ψήφισμα. Ο Καλλέργης ανέβηκε στο θεωρείο των δημοσιογράφων, περιμένοντας να ακούσει τον πρόεδρο να το διαβάζει, κάτι που δεν έγινε. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντίδραση του Καλλέργη, που από τα δημοσιογραφικά θεωρεία άρχισε δυνατά να αναφέρει το περιεχόμενο του Ψηφίσματος. Μια ομάδα αστυνομικών τον συλλαμβάνουν και τον τραβούν έξω από την αίθουσα της Βουλής, ενώ αυτός φωνάζει «Ζήτω ο Σοσιαλισμός». Ο Καλλέργης ξυλοκοπήθηκε από τα όργανα της τάξεως και δικάστηκε σε 12 ημέρες φυλάκιση. Έτσι, έληξε η πρώτη στην Ελλάδα Εργατική Πρωτομαγιά και τα γεγονότα που συνδέθηκαν με αυτή.
Τον επόμενο χρόνο, το 1894, Καλλεργικοί, Δρακουλικοί και Αναρχικοί παίρνουν την απόφαση να γιορτάσουν όλοι μαζί την Πρωτομαγιά. Η εκδήλωση σημείωσε τεράστια επιτυχία με τη συμμετοχή πάνω από 6.000 ατόμων.


Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

«Μέριασε βράχε να διαβώ!!!»


«Μέριασε βράχε να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο
Λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
Μέριασε, μες στα στήθη μου, που ‘σαν νεκρά και κρύα,
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.

Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου, που ‘πε τώρα,
βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα…………
……………………………………………………………

Αυτοί οι φοβεροί στίχοι του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη σηματοδοτούσαν για μας τη σχολική γιορτή της 25ης Μαρτίου! Ακόμη και στις μικρές τάξεις που ήμασταν και τους ακούγαμε κάθε χρόνο από τις μεγάλες μαθήτριες της Έκτης, ανατριχιάζαμε! Πιάναμε το παραβολικό τους νόημα : ότι ο βράχος συμβόλιζε τους κατακτητές μας Οθωμανούς και το κύμα του σκλαβωμένους Έλληνες που αποφάσισαν να εξεγερθούν. Και έτσι όπως φέρναμε στο μυαλό μας τα αμετακίνητα ψηλά βράχια του Ναβαρίνου, που ξέραμε, νιώθαμε πιο πολύ το άνισο αυτού του Αγώνα! Βλέποντας όμως το αποφασιστικό βλέμμα πάνω στα πρόσωπα του Κολοκοτρώνη του Παπαφλέσσα του Ανδρούτσου του Καραϊσκάκη και της Μπουμπουλίνας που ανέμιζαν στις κρεμασμένες από την εξέδρα ζωγραφιές τους, κατανοούσαμε και το αίσιο τέλος αυτού του παράτολμου εγχειρήματος του 1821!
Την εξέδρα τη στήνανε στην πλατεία των καφενείων με τη βοήθεια ενός μαραγκού που έφτιαχνε με μαδέρια τη βάση και πάνω τέσσερις κολώνες και φτιάχναμε το ντεκόρ με βάγιες και σμερτιές που έκοβαν με κλαδευτήρια τα μεγάλα αγόρια από την ξερόβρυση. Ενώ αντίστοιχα τα μεγάλα κορίτσια κάνανε τα στολίσματα δένοντας γύρω-γύρω σχοινιά με γαλανόλευκες γιρλάντες και σημαιούλες και εκείνες τις μεγάλες ζωγραφιές των ηρώων.
Εκτός από τα πρώτα μπόγια που ντυνόντουσαν τσολιάδες και αμαλίες όλοι βάζαμε τα καλά μας: καινούργια άσπρα σοσόνια με κοντά παντελονάκια εμείς τα’ αγόρια και άσπρα σοσόνια με τις πλισέ φουστίτσες τα κορίτσια. Και όταν είχε βοριαδάκι από τη μεριά της Μάλης όπως πολλές φορές συμβαίνει τον Μάρτη μήνα, κατσομαλλιάζαμε από το κρύο. Παρ’ ότι ρίχναμε και φευγαλέες ματιές προς τον ουρανό μήπως και βλέπαμε τα πρώτα χελιδόνια.
Το μεγάλο μας όμως «μαρτύριο» ήταν η στιγμή που ερχόταν η σειρά μας να ανεβούμε στη σκηνή για το Ποίημα! Κοβόνταν τα πόδια μας έτσι που βλέπαμε από κάτω τον κόσμο και κοκκινίζαμε μέχρι το …σβέρκο! Και παρ’ όλες τις πετυχημένες πρόβες που είχαμε κάνει, λέγαμε τα λόγια –λόγια συνήθως γενναία και ηρωϊκά- με τρεμάμενο φυλλοκάρδι, επί τροχάδην και μασημένα, κάναμε βιαστικά την υπόκλιση και όπου φύγει-φύγει!
Μόνο κάποιες καλές μαθήτριες στην απαγγελία τους διατηρούσαν την απαραίτητη ψυχραιμία και τον μελοδραματικό τόνο της …σκηνοθεσίας! Γι’ αυτό και ο δάσκαλος εμπιστευόταν πάντα σε μαθήτρια το «Βράχο και το Κύμα» το μεγάλο «σουξέ», δηλαδή, της ημέρας!
Τα μαθαίναμε όμως καλά τα ποιήματα μας, και αν εγώ θυμάμαι και τώρα -50 χρόνια μετά- το ποίημα που είχα στην έκτη, νομίζω ότι δεν οφείλεται αυτό στη φοβέρα και τη λούρα του δάσκαλου αλλά σε αυτή την έντονη μεταφυσική χροιά και τη φρίκη που είχαν οι στίχοι του και που τους παραθέτω έτσι όπως τους θυμάμαι ακόμα:
***
Φύσα μαΐστρο δροσερέ κι’ αγέρα του πελάγου
να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα!
Του Δράμαλη οι μπέηδες του Δράμαλη οι αγάδες
στο Δερβενάκι κείτονται στο χώμα ξαπλωμένοι.
Στρώμα έχουνε τη μαύρη γη προσκέφαλο λιθάρια
και για πανωσκεπάσματα του φεγγαριού τη λάμψη.
Ένα πουλάκι πέρασε και το γλυκορωτάνε:
--Πουλί πως πάει ο πόλεμος τα κλέφτικα ντουφέκια;
--Μπροστά πάει ο Νικηταράς πίσω ο Κολοκοτρώνης
και πάρα πίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά στα χέρια!

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Οι Mπαρμπούτες!!!


Παλιά στο χωριό, τους μασκαράδες της αποκριάς τους λέγαμε Μπαρμπούτες! Μια πρωτοφανής και άγνωστη λέξη που δεν την έχει όχι μόνο το λεξικό του Μπαμπινιώτη αλλά ούτε και το Μεγάλο του Δημητράκου που κοίταξα. Μόνο στο ίντερνετ που έριξα μια ματιά, βρήκα σε κάποια μπλογκ της Κεφαλλονιάς ότι ο ίδιος όρος χρησιμοποιείτο παλιά και σε εκείνα τα μέρη και ότι: Μπαρμπούτες λέγονταν οι προσωπίδες που είχαν στις πανοπλίες τους οι ιππότες του Μεσαίωνα!
Ιππότες σαν και εμάς, τα’ αγόρια δηλαδή της εφηβείας, που βγαίναμε τις νύχτες της αποκριάς στους δρόμους και τα σοκάκια του χωριού. Μόνο που αντί για πανοπλία είχαμε φορεμένο το σακάκι ανάποδα, είχαμε δέσει στη μούρη ένα μαντήλι σαν το Ζορρό και είχαμε βάλει στο κεφάλι την τραγιάσκα του πατέρα μας. Και για το φόβο των σκυλιών, που αλαφιασμένα τα κακόμοιρα αλυχτούσαν διαρκώς βλέποντας τους παράξενους επισκέπτες, κρατάγαμε στα χέρια ένα μακρύ παλούκι!
Βγάζαμε αλλόκοτες κραυγές που τρέλαιναν ακόμη πιο πολύ τα συμπαθή τετράποδα και φέρναμε τις γειτονιές φουρλέτσι. Με μόνη έγνοια μας να συναντήσουμε καμιά παρέα μπαρμπούτες από μεγάλους, άντρες και γυναίκες μαζί και κάποια κοριτσόπουλα της ηλικίας μας που πήγαιναν σε φιλικά τους σπίτια. Γιατί συνηθιζότανε και αυτό: μαζεύονταν κάπου κατά σόγια και γειτονιές και ντύνονταν και μετά κάνανε επισκέψεις σε άλλα σπίτια, μέσα από τα οποία ακούγαμε να βγαίνουνε χαχανητά και καλαμπούρια!
Αυτοί μασκαρευόντουσαν αλλιώς, πιο πειστικά αλλά και με κάποιους σταθερούς κανόνες. Οι άντρες πάντα ντύνονταν γυναίκες με φορέματα και στο κεφάλι τους τσεμπέρια ενώ οι γυναίκες και τα κοριτσόπουλα ντύνονταν πάντα άντρες! Και εκεί ήταν όλο το ψητό για εμάς: όλα τα αντρικά τα παντελόνια που φορούσανε ήταν τότενες στενά –αδύνατοι βλέπεις οι άντρες από την «καλοπέραση» και την αξίνα- και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να βλέπουμε δίπλα στις ξερακιανές "γυναίκες" με τις ποδάρες και τις χερούκλες, να κινούνται με χάρη κάτι περίεργοι "άντρες" με τραγιάσκες που είχανε μουστάκια από κάρβουνο και κώλους τροφαντούς που τους κουνούσανε με νάζι. Και ξεθαρρεύαμε και εμείς από την ανωνυμία μας και πλησιάζαμε όλο και πιο κοντά να βλέπουμε καλύτερα τα ποθητά οπίσθια –δεν είχε έρθει ακόμα η μόδα των παντελονιών και ήτανε πολύ φαρδιά τα φορέματα και οι φούστες- μέχρι που κάποια ανατσούμπαλη "κυρά" με το τσεμπέρι και τα κοκκινάδια της σταμάταγε και γύρναγε απότομα σε μας. Μια βλοσυρή χοντρή φωνή όλο απειλή έβγαινε μέσα από τα δόντια της: «Φύγετε ρε κωλόπαιδα μη σας σπάσω τα μούτρα» και εμείς όπου φύγει - φύγει!
Γινόντανε και ημερήσια «χάπενινγκ» μα εκτός από κάποια κακόγουστα χουνέρια που κάνανε οι μεγάλοι στην πλατεία σε άτομα προβληματικά όπως αυτά τα απαράδεκτα που κάνει σήμερα η Πάνια στις εκπομπές της, το μόνο αξιόλογο ήταν αυτό που έκανε ο Θοδωράκης ο Κοκκώνης. Ένας γραφικός καλαμπουρτζής που παρουσίαζε κάθε χρόνο το ίδιο νούμερο: Φορούσε μια φούστα πάνω από ένα μακρύ γεροντίστικο σώβρακο σαν χοντρό κολάν, και στο κεφάλι μια τσεμπέρα και χρησιμοποιώντας λάστιχο από αυτό που βάζαμε στις σφεντόνες, στερέωνε στα σκέλια του ένα μακρύ και χοντρό καλάμι που είχε στην άκρη του δεμένο ένα κόκκινο πανί σαν το φαλλό! Όσο στέκοταν όρθιος αυτό κρεμόταν προς τα κάτω μα όταν με κάθισμα βαθύ καθότανε στα κότσια του αυτό πετιόταν προς τα πάνω σαν τεράστιο πέος σε πλήρη στύση. Και γύριζε, που λέτε, στις αυλές που λιάζονταν οι γυναικοπαρέες – σαν να τον περίμεναν- και τους έλεγε «γυναίκες για κοιτάτε εδώ»: σήκωνε από μπροστά τη φούστα και χαμήλωνε πάνω στα πόδια του και …μπαμ ο πάλουκας στον αέρα! «Χα…χα…χα» αυτές τα γέλια τα κακαριστά και ο μπαρμα Θόδωρος με ένα χαμογελάκι πονηρό ευχότανε: «Βοηθειά σας γυναίκες, και του χρόνου!»

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΜΕ ΠΟΛΛΑΠΛΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ!!!


Φωτογραφία του 1948 με τα παιδιά των τεσάρων πρώτων τάξεων του Δημοτικού Σχολείου που στεγαζότανε τότε στο σπίτι του Χρονά. Δύσκολα χρόνια εκείνα, μπόλικα τα παιδιά αλλά θα πρέπει να παρατηρήσουμε τη σοβαρότητα τους, ήταν κάτι το σπουδαίο τότε ο φωτογραφικός φακός, καθώς και πόσο καθαρά και περιποιημένα είναι τα ρουχαλάκια τους.
Κατορθώσαμε με τη βοήθεια κάποιων να αναγνωρίσουμε αρκετούς και αν τυχόν υπάρξει από τους αναγνώστες και κάποια άλλη αναγνώριση μπορείτε να μας τη γράψετε στα σχόλια.
Έχουμε και λέμε:
ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Κανελλόπουλος Ι.
ΜΑΘΗΤΕΣ: (1)Βάγγαλη Κική (2)Πολυχρονοπούλου Ελευθερία (3)Σταματελοπούλου Αφρούλα (4)Γεωργοπούλου Γωγώ (5)Θεοδωροπούλου Σούλα (6)Πολυχρονοπούλου Δήμητρα (7)Παπαδοπούλου Ελένη (Παπαδούτσου) (8)Τσώλη Ελένη (9)Τσόκρη Κική (10)Καραμπότσου-Σερέτη Γωγώ (11)Καραμπότσου Νίκη (Γατιλιά) (12)Ταγκαλάκης Γιώργος(13)...(14)...(15)... (16)Κατσούλα Μπέτυ (17)Κόντου Καλλιρρόη (18)... (19)Αδαμοπούλου Μιμίκα (20)Αποστολοπούλου Νία (Μπλάτσα)(21)Κατσούλα Ρία (Ψαλτόγιαννη) (22)Αρβανίτη Κική (23)... (24)Κακούρη-Νεροπούλα Γωγώ (25) Κωνσταντόπουλος Λάκης (Σάλιαρης) (26)... (27)Τσώλης Τάκης (Τσούλιας) (28)... (29)Καραμπότσου Νίκη (30)Γαλανοπούλου Γωγώ (Μυτά) (31)Κόντου Βάσω (32)Σταματελόπουλος Γρηγόρης+ (33)Τσοπελογιάννης Λάκης (Σκορδακλής) (34)Γαλανοπούλου Δήμητρα (35)Αργυρόπουλος Γιώργος (Αμερκανάκος)+ (36)Στριμπάκος Φώτης (37)Σταματελόπουλος Γιώργος (Παπαδούτσος) (38)... (39)Γαλάνης Λάκης (40)Γαλανόπουλος Νήσος (41)Γαλανόπουλος Θανάσης (42)... (43)... (44)Καραβοκύρη Ελένη (45)... (46)Μαυρούλη Ελπίδα (47)... (48)Βακαλόπουλος Θανάσης (49)Αυρηλιώνης Αγγελής (Φυσουνάκος) (50)Κουκουλάς Χρήστος (51)... (52)... (53)... (54)... (55)Κατσούλα Νίκη (56)... (57)... (58)Αδαμόπουλος Γιώργος (Κάλαρος) (59)Γεωργόπουλος Χρόνης (60)... (61)Κόντος Τάκης+ (62)Κωνσταντόπουλος Τάσος+ (63)... (64)Καραμπότσος Νίκος (Τσαβλής)+ (65)... (66)... (67)... (68)... (69)Κουκουλάς Γιώργος+ (70)Χρονόπουλος Χριστόφορος (71)Καλογερόπουλος Γιάννης (Δημαράς) (72)... (73)... (74)Παναγιωτόπουλς Λεωνίδας (Ποταμίτης) (75)Τσώλης Θανάσης (Μυτάς)+ (76)Θεοδωρόπουλος Λάκης (77)Γεωργακόπουλος Παρασκευάς (78)Γαλανόπουλος Στάθης+ (79)Τσώλη Γιαννούλα (80)Παναγιωτόπουλος Σωτήρης (Πετείνης) (81)Μαυρούλης Γιώργος (82)Κάππος Χρήστος (83)Νταβουλτζής Μπάμπης (Γουλάκος)+ (84)Καραμπότσου Γωγώ (Καραπατά) (85)... (86)Δαλαμάρας Σούλης (87)Σωτηρόπουλος Κώστας (Λαρδούκης)+.

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ ΣΤΙΣ… ΜΕΡΕΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟΥ!!!


Τα τελευταία χρόνια με τα exit-poll οι δημοσκόποι και τα κανάλια μετέτρεψαν σε διαδικασία πατ-κιουτ κάτι που παλιά κρατούσε όλη τη νύχτα. Με το κλείσιμο της κάλπης, υψώνουν στις οθόνες μας κάτι χρωματιστά παλούκια: τόσο ο ένας τόσο ο άλλος τόσο οι υπόλοιποι και το μόνο που μένει για μετά είναι οι …αποκλίσεις! Ενώ παλιά, ιδίως στις μέρες του ραδιοφώνου, όλη αυτή η μακρόσυρτη ροή των αποτελεσμάτων συνιστούσε μια ηδονική μυσταγωγία που κράταγε μέχρι το πρωί. Και στα χωριά με τα λιγοστά ραδιόφωνα μαζευόντουσαν οι άνθρωποι κατά ομάδες στα μαγαζιά και στα καφενεία και άκουγαν χωριά νομούς και περιφέρειες. Από κοντά και εμείς οι μαθητές που εκμεταλλευόμασταν την αργία της επομένης. Άλλες εποχές και άλλες καταστάσεις για τις οποίες παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο μου: «Τα Φορτηγά και Άλλες Ιστορίες»

«…Από το κρεμασμένο μεγάφωνο της Φίλιπς στο «Ζυθοζαχαροπλαστείον Αστόρια» που τα κυριακάτικα απογεύματα έβαζε τις ποδοσφαιρικές αναμεταδόσεις, μεταδίδονταν και τα εκλογικά αποτελέσματα. Το βράδυ των εκλογών το κρεμούσαν έξω από το μαγαζί και από κάτω συνωστιζόταν ένα πλήθος από άντρες που αδημονούσαν, κάπνιζαν αρειμανίως και σήκωναν ψηλά το κεφάλι για να ακούνε καλύτερα. Ανακατεμένοι και εμείς μαζί τους, περιεργαζόμασταν τις αντιδράσεις τους και ακούγαμε τα σχόλια τους. Τα πρώτα «έλαβον» που θυμάμαι είναι από τις εκλογές του ’61. Στην αρχή έλεγε τα μικρά χωριά και όλο γελούσαν οι ΕΡΕτζήδες με τη νίλα της ΕΔΑ. Πιο πολύ τους ξετρέλαινε εκείνο το «είς», η μία ψήφος δηλαδή που τότε ήταν… αρσενικού γένους. Έλεγε π.χ. το μεγάφωνο: …έλαβον ΕΡΕ: εξήκοντα, Ένωσις Κέντρου: είκοσι, ΕΔΑ: είς …και καρ…καρ…τα γέλια από κάτω. Γέλια όμως που κόπαζαν μόλις άρχιζε να λέει τις μεγάλες πόλεις και μετατρέπονταν σε μουγκρητά και γαμωσταυρίδια μόλις έπιανε την Καισαριανή το Βόλο και τον Πειραιά.
Το Νοέμβρη του ’63 και το Φλεβάρη του ’64, με τις δυο απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις, είχαμε ζήσει μια άγρια εκλογική περίοδο. Εμείς στην οικογένεια μας ήμασταν με την ΕΡΕ για δυο πολύ σημαντικούς λόγους: ο ένας γιατί είχανε σκοτώσει οι αντάρτες το θείο μου τον Αποστόλη και ο άλλος –και δεν το λέω ειρωνικά- γιατί ο οικογενειακός μας προϋπολογισμός είχε ανάγκη πιστώσεων και δανεικών από εμπόρους-κομματάρχες.
Από τη νύχτα των εκλογών του ’63 θυμάμαι το φωτισμένο καντράν του Telefunken και τα «έλαβον» μέσα στο κοινοτικό κατάστημα του χωριού. Εγώ σκυμμένος πάνω σε ένα μακρύ τραπέζι με ένα πάκο χασαπόχαρτα ένα μολύβι Faber και μια ξύστρα. Να ξύνω και να γράφω να γράφω και να μην τελειώνω, νούμερα! νούμερα! νούμερα! Εκλογικά τμήματα, περιφέρειες, επικράτεια και να δίνω τα χαρτιά δίπλα στον μπαρμπα- Αγγελή τον Πρόεδρο, που με βαθιές ρουφηξιές, φουμάριζε διαρκώς τα «Έθνος Εξαιρετικά». Και ενώ στην αρχή ήταν μαζεμένοι και άλλοι ομοϊδεάτες που στέκονταν όρθιοι και άκουγαν, όσο προχώραγε η νύχτα και διαγραφότανε η ήττα, αραίωνε το ακροατήριο και πύκνωναν οι ρουφηξιές του Προέδρου και το ντουμάνι!
Κάποια στιγμή μείναμε οι δυο μας. Είχαν σιγήσει τώρα και τα καφενεία. Ακουγότανε μόνο το χρατς…χρατς…χρατς…του μολυβιού πάνω στην τραχιά επιφάνεια του χασαπόχαρτου και η φωνή του εκφωνητή που μέσα από το τρεμάμενο μεταξωτό ύφασμα, έβγαινε με εκείνον τον παράξενο τρόπο που ακούγονταν τη νύχτα τα ραδιόφωνα: αυτόν, δηλαδή, που σιγά-σιγά ο ήχος δυνάμωνε και σιγά-σιγά χανότανε!
Κάποτε ακούστηκαν τα κοκόρια και άρχισε να χαράζει το πρώτο φως. Τα μάτια μου βάραιναν, το μολύβι κόντευε να σωθεί και τότε πια δειλά- δειλά ψιθύρισα:
--- Μπαρμπ-Αγγελή Χάσαμε!
Δεν απάντησε αμέσως. Τράβηξε άλλη μια βαθειά ρουφηξιά, κοίταξε πάλι το τελευταίο χαρτί που του είχα δώσει και ξεφυσώντας τον καπνό, μου απάντησε με σιγανή και ήρεμη φωνή:
--- Μη βιάζεσαι, παιδί μου! Εκκρεμούν ακόμη η Λακωνία και η Ροδόπη!»
.
.

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2009

Η βόλτα στον Αγιοδημήτρη !!!


Η Βόλτα (σεργιάνι το λέγανε αλλού) γύρω στο σούρουπο και μέχρι τον Αγιοδημήτρη ήταν ένας θεσμός για το χωριό που κράτησε μέχρι τα τέλη του ’70. Ιδίως τέτοια εποχή που είχανε κλείσει τα σχολεία και δεν είχε φύγει ακόμη το μισό χωριό για το Ντιβάρι και τα ετήσια μπάνια.
Έσφυζε ο δρόμος από παρέες που αργοπερπάταγαν πέρα-δώθε. Σιγοκουβέντιαζαν μεταξύ τους και αντάλλασσαν με τις άλλες χαιρετισμούς και καλησπέρες. Περνούσαν άνετα και τα λιγοστά τότε αυτοκίνητα, μην κοιτάτε σήμερα που γίνεται χαμός από τα τροχοφόρα.
Από το εξοχικό του Νερατζούλα ακούγονταν μελωδίες της εποχής τις οποίες και σιγομουρμούριζαν οι διερχόμενοι διαβάτες. Κάποιες και κάποιοι έμπαιναν και κάθονταν εκεί. Άλλοι μερακλωμένοι τραβούσανε πιο κάτω από την εκκλησία και έπιαναν τα δικά τους άσματα.
Τα Σάββατα και τις Κυριακές έβαζαν όλες και όλοι τα «καλά» τους. Φορεματάκια τσίτινα με φιόγκους οι κοπέλες. Και οι νεαροί με παντελόνια τεριλέν και τσάκιση που «έσφαζε» όπως λέγαν «κόκκορα». Πουκαμισάκια κοντομάνικα με γυρισμένα κι΄ άλλο τα μανίκια έτσι επιδεικτικά να φαίνονται τα μπράτσα με τα ποντίκια.
Μόνο που -για να λέμε την αλήθεια- ενώ για τους νεαρούς υπήρχε πλήρης ελευθερία και είχανε τις παρέες τους, για τα κοπέλες δυστυχώς υπήρχε καθεστώς security. Κάποια μαμά ή κάποια θεία, κάποια μεγάλη αδερφή ή και ξαδέρφη, εκπαιδευμένη στις κρυφές ματιές και στα νοήματα, περπάταγε μαζί τους και αγρυπνούσε. Παντού ελλόχευε ο «εχθρός» και οι κίνδυνοι μεγάλοι.
Εκείνο που μας έκανε εντύπωση εμάς των «ιθαγενών» ήταν οι Αθηναίες και οι Αθηναίοι που είχαν έρθει στο χωριό και έβγαιναν στη βόλτα. Με το ξεχωριστό τους ντύσιμο και την αλλιώτικη τους ομιλία. Κάτι σαν εξωγήϊνοι για τα σύγχρονα δεδομένα. Κάποιες και κάποιοι ερχόντουσαν σε συγγενείς τους και άλλοι ήταν χωριανοί που είχαν πάει στην πρωτεύουσα σε αναζήτηση καλύτερης ζωής.
Οι τελευταίοι ήταν και οι πιο επιδεικτικοί: έλεγαν «μάλιστα» προφέροντας το «λ» λεπτά και «καλησπέρα σας» στον πληθυντικό. Έπρεπε βλέπεις να φανεί η διαφορά από τους ντόπιους. Μόνο που κάποιες φορές αυτό δημιουργούσε απρόβλεπτες και επικίνδυνες καταστάσεις. Όπως τότε που μια κυρία για να επιδειχτεί, βγήκε στη βόλτα με το σκυλάκι. Το «σκυλάκι» όμως που είχε επιστρατευτεί από τη γειτονιά με ένα λουρί για να παίξει αυτό το ρόλο ήταν ένας σκύλαρος χωριάταρος με γυρισμένη προς τα πάνω την ουρά, που δεν κάτεχε καθόλου από αθηναϊκές ιδιαιτερότητες και συμπεριφορές. Και όταν είδε να γυαλίζουνε μέσα στα βάτα, τα μάτια της προαιώνιας εχθρού του, γάτας, σάλταρε κατά πάνω της απότομα με ορμή, συμπαρασύροντας ανάσκελα μέσα στη γράνα την άτυχη πρωτευουσιάνα συνοδό του.
Έφερναν όμως οι πρωτευουσιάνοι και κάτι πρωτόγνωρα πράγματα που μας εντυπωσίαζαν. Όπως εκείνο το παιδί με την κιθάρα που είχε έρθει μια χρονιά στου Χρήστου του Φυστικάκου. Το 1965 πρέπει να ήτανε. Επήγαμε βόλτα στον Αγιοδημήτρη και κάτσαμε πίσω από το Ιερό. Άρχισε να παίζει με την κιθάρα του και να τραγουδάει κάτι τραγούδια που δεν τα ξέραμε. Μας είπε πως δεν είχαν κυκλοφορήσει ακόμη σε δίσκο και ότι στην Αθήνα τα μάθαιναν από στόμα σε στόμα. Συνθέτης και τραγουδιστής τους ήταν ένας νέος καλλιτέχνης που τον έλεγαν: Διονύση Σαββόπουλο. Ήταν μελωδικά κομμάτια αλλά οι στίχοι τους ήταν πολύ παράξενοι για μας. Σε ένα μάλιστα παρομοιάζοταν η αγαπημένη κοπέλα με «συννεφούλα» και κάπου εκεί προς το τέλος, είχε κάτι λόγια τελείως αλλόκοτα για τα δικά μας μέτρα:
…..Συννεφούλα, συννεφούλα να γυρίσεις σου ζητώ
και τριγύρνα μ' όσους θέλεις κάθε βράδυ……

Κυριακή 10 Μαΐου 2009

ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ


Για μητέρες που έχουν φύγει θέλω να μιλήσω σήμερα εγώ, για εκείνες τις τραχιές γυναίκες της υπαίθρου που ανασταίνανε παιδιά, πολλά παιδιά μέσα στον πόλεμο στην κατοχή στο φόβο του εμφυλίου και στα δύσκολα χρόνια του ’50, τότε που ήταν το ψωμί πικρό και δούλευαν στα κτήματα ήλιο με ήλιο σαν τους άντρες, πότε αξίνα σκάψιμο, πότε τρύγο και ελιές και πότε θέρο με δρεπάνι στο λιοπύρι και να ‘χουν να ζυμώσουνε μετά, να ανάβουνε το φούρνο πριν το χάραμα και με το φέξιμο να φτιάχνουν τηγανόψωμα για τα παιδιά, ν’ αρμέγουνε τις γίδες να τυροκομούν να φτιάχνουν χυλοπίτες τραχανά να βάζουνε περβόλι, να βοτανίζουν τα σπαρτά να φτιάχνουνε σαπούνι, πάστα απ’ τη ντομάτα και παστό από το χοιρινό, να κάνουν νήμα το λινάρι, το σπάρτο, το μαλλί και να υφαίνουνε στον αργαλειό κουβέρτες και σαΐσματα κιλίμια και μπατανίες, να κοπανάνε με τον κόπανο στη βρύση τα χοντρά και τ’ άλλα να τα τρίβουνε στη σκάφη με τα χέρια, να ράβουν, να μπαλώνουν, να βάζουνε κομπρέσες σιναπίδι και βεντούζες στα παιδιά και στις γιορτές ν’ ασπρίζουνε τα σπίτια τις αυλές, να φτιάχνουν κουραμπιέδες δίπλες και γαλόπιτες, να τραγουδάνε με ζυγές σε γάμους κ’ αρρεβώνες «όλα τα πουλάκια κι’ αμάν αμάν…» και να χορεύουν με το βλέμμα χαμηλά, να μη γνωρίζουν από κοκκινάδια και από ξύρισμα ποδιών, να μη φιλιούνται με τον άντρα τους στο στόμα, να μη χαϊδεύονται και σεξ μόνο να κάνουνε μέσα στη νύχτα στα μουγκά, να μην ξυπνήσουν τα παιδιά και από τα σαράντα τους να βάζουνε τσεμπέρι ρόμπα και ποδιά και όταν μεγάλωναν να φεύγουν τα βλαστάρια ένα-ένα, να παίρνουνε τα τραίνα και τα πλοία, για μπάρκα και ταξίδια μακρινά σε Γερμανία, Καναδά, Αμερική και Αυστραλία και στα ραδιόφωνα τα λιγοστά της εποχής σαν μαχαιριά η σπαρακτική φωνή του Καζαντζίδη «μανούλα θα φύγω μην κλάψεις για μένα….» και αυτές να κλαίνε νύχτα μέρα και να έρχονται εκείνα τα γράμματα απ’ την ξενιτιά με τα μπλέ και κόκκινα σημαδάκια με περιγραφές μιας άλλης άγνωστης ζωής και τις φωτογραφίες με πόζες με χαμόγελα δίπλα σε αυτοκίνητα σε πάρκα και πλατείες, που ήταν αυτό μια απαντοχή για το κενό της απουσίας και να κυλάνε εδώ οι εποχές να φεύγουνε τα χρόνια, να έρχονται νωρίς τα’ αρθριτικά μα οι δουλιές δουλιές και όταν κάπου εκεί που γέρνει η ζωή και το κορμί, ήρθαν οι νύφες και οι γαμπροί ήρθαν και οι ανέσεις του πολιτισμού ήρθανε τα πλυντήρια οι κουζίνες και τα ψυγεία, τις άκουγες καθώς επλέκαν στις αυλές και συζητούσανε, να λένε με παράπονο η μια στην άλλη: « νύχτα περάσαμε εμείς απ’ τη ζωή!»

Δευτέρα 20 Απριλίου 2009

ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ: ΨΗΤΟ ΣΤΟ ΦΟΥΡΝΟ ΚΑΙ ΓΑΛΟΠΙΤΑ!!!!



Μην κοιτάτε τώρα που ανακατεύτηκαν οι γευστικές κουλτούρες της χώρας μας και κάθε Πάσχα όλη η Ελλάδα γυρίζει σούβλες. Παλιά το έθιμο αυτό ήταν μόνο Στερεοελλαδίτικο. Στην Πελοπόννησο υπήρχαν άλλοι ρυθμοί. Και άλλες οι κατά τόπους συνήθειες.
Στο χωριό μας π.χ. λόγω της νηστείας που είχε προηγηθεί -και τότε νήστευαν όλοι σχεδόν οι άνθρωποι- ακολουθείτο μια κλιμακωτή προσέγγιση της κρεατοφαγίας που ξεκίναγε από τη μαγειρίτσα, προχωρούσε στο βραστό αυγολέμονο το μεσημέρι της Κυριακής και κορυφωνόταν τη Δευτέρα του Πάσχα με το ψητό στο φούρνο και τη βαρέων βαρών Γαλόπιτα: ένα γκρο μπετόν από γάλα ζάχαρη σιμιγδάλι βούτυρο και άπειρα αυγά -άλλη έριχνε 40 στο ταψί άλλη 50- που έπεφτε στο στομάχι σαν το βολύμι!
Από το πρωί έκαιγαν οι φούρνοι του χωριού. Μαζεύονταν, συνήθως, πολλές γυναίκες μαζί, και για λόγους οικονομίας και αλληλοβοήθειας αλλά και για κουβέντα. Πρώτα έριχναν τις γαλόπιτες και μετά το ψητό, αρνί ή κατσίκι, με τις πατάτες. Εδώ θα πρέπει να προσθέσω ότι όλα τα σφαχτά ήταν ίδιας παραγωγής για το κάθε σπίτι και σίγουρα δεν θα υπήρχαν τότε έγνοιες για το πόσο πάει η τιμή τους, όπως μας πιπιλάνε κάθε χρόνο τέτοιες μέρες οι καραγκιόζηδες των καναλιών.
Στη γειτονιά μου όλες οι νοικοκυρές μαζευόντουσαν στην αυλή μας γιατί είχαμε ένα φούρνο ίσα με τη σπηλιά του Νταβέλη. Μιλάμε για χωρητικότητα ατέλειωτων ταψιών! Και πάνω εκεί στη διαδικασία λοιπόν, εκεί με τα ανάμματα, τις γαλόπιτες, τα ψητά και τέτοια, έπιαναν οι γυναίκες την κουβέντα, έλεγαν αστεία, κοκκίνιζαν τα μάγουλα τους και όλο γέλαγαν κακαριστά. Τότε εγώ ήμουνα μικρός και δεν μπορούσα να πιάσω τα βαθύτερα υπονοούμενα που έκρυβαν τα λόγια τους. Όπως εκείνη τη φράση που σήκωνε κύματα από γέλια και έκανε το κορμί τους να σπαρταράει: «κοίτα κακομοίρα μου μη χώσεις μέσα το κρέας και αφήσεις απέξω τις πατάτες!» έλεγε η μία στην άλλη και ..καρ…καρ τα γέλια όλες μαζί. Και πάλευα εγώ να καταλάβω γιατί γελούσαν με τέτοια ένταση, αφού σκεφτόμουν ότι περίπτωση να γίνει ένα τέτοιο συμβάν δεν υπήρχε, μιάς και οι πατάτες ήτανε μαζί με το κρέας μέσα στο ταψί!
Και έπρεπε να περάσουνε πολλά χρόνια για να αποκωδικοποιήσω όλα αυτά τα πράγματα και να καταλάβω κάποιες αλήθειες, όταν ξαφνικά μια τέτοια μέρα μου ήρθαν στο μυαλό όλες εκείνες οι εικόνες και οι διάλογοι με τα υπονοούμενα τους. Κάτι σαν αποκάλυψη:
Τότε οι άνθρωποι μαζί με τη νηστεία έκαναν και σεξουαλική αποχή. Για 40 μέρες η συζυγική παστάδα σιωπούσε. Κάτι πολύ σκληρό για τα νιόπαντρα ή τα νέα ζευγάρια. Η εγκράτεια άλλωστε αποτελεί βασικό στοιχείο της κάθε θρησκείας. Τώρα άμα μιλήσει κάποιος για τέτοια πράγματα θα τον πάρουνε με τις πέτρες. Το χριστεπώνυμο πλήθος είναι λιγάκι μπροστά! Εδώ ακόμη και σε μυστήρια, υποτίθεται, όπως ο γάμος ή τα βαφτίσια μετατρέπουνε τους ναούς σε πασαρέλες και ημίγυμνα καλλιστεία!
Σε όλα αυτά τα πράγματα, παλιά, ο κόσμος στεκόταν με δέος και φυσικό ήτανε λοιπόν οι γυναίκες εκείνες, νέες γυναίκες απάνω στις ορμές τους και τα ντουζένια τους, μετά από μια τόσο μακροχρόνια αποχή και μετά το: «νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε!» που έλεγε ο παπάς απ’ την Ωραία Πύλη, να έχουν πέσει με τα μούτρα στο «μέλι» τις πρώτες μέρες της Λαμπρής, να μην μπορούν να κρατήσουν τη χαρά τους, να ακκίζονται, να φλερτουράνε, να αστειεύονται και παρά τη συστολή τους να θέλουν να το δείξουν με κάποιο τρόπο και στις άλλες!
Γι' αυτό και εκείνα τα μισόλογα, νομίζω, κι' οι αστεϊσμοί με τα υπονοούμενα. Τα ακατάληπτα για ένα μικρό παιδί και λίαν ευεξήγητα για ύπανδρες γυναίκες!
Καλή τους ώρα σε όσες ζουν και Θεός σχωρέστες όσες ΄φύγαν!



Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

« ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΠΙΤΑΦΙΟΟΟΟΟΟΟΟΟ!!!!!»


Αντιλαλούσαν οι γειτονιές του χωριού τη Μεγάλη Πέμπτη! Γυρίζαμε δυο-δυο κρατώντας μια κοφούλα που μας είχαν δώσει από την εκκλησία και σαν μικροί ντελάληδες τραβάγαμε υψωμένη τη φωνή ιδίως εκεί στο ….φιο, την τελευταία συλλαβή, για να μας ακούσουν οι νοικοκυρές που έβαφαν αβγά ή έφτιαχναν τα πασχαλινά κουλούρια.
Έβγαιναν και μας έκοβαν από τους κήπους και τις αυλές κρίνα βιολέτες και τριαντάφυλλα. Ήταν τα συνήθη λουλούδια με τα οποία το βράδυ μετά τα 12 ευαγγέλια θα στόλιζαν οι γυναίκες το κουβούκλιο του επιταφίου. Τα τοποθετούσαν δε κατά μια πάγια διάταξη: Οι βιολέτες συνήθως κάλυπταν τις μεγάλες επιφάνειες, ψηλά στο σταυρό έβαζαν τριαντάφυλλα όπως και στις θολωτές καμάρες των τεσσάρων πλευρών, στις γωνίες έβαζαν κρίνα. Με τριαντάφυλλα έφτιαχναν και το στεφανάκι που κρεμιόταν με κορδέλες στο εσωτερικό και παλαντζάριζε με χάρη κατά την περιφορά. Μόνο που τα τριαντάφυλλα αυτά του στεφανιού ήτανε από εκείνα τα στρογγυλά και σαρκώδη, τα εκατόφυλλα όπως τα λέγαμε τότε.
Κάποιες χρονιές βέβαια που το Πάσχα ήτανε πρώιμο και δεν είχε ζεστάνει ακόμη ο καιρός υπήρχε μεγάλη δυσκολία με τα λουλούδια και οι γυναίκες κατέφευγαν σε επινοήσεις με διάφορα φυλλαράκια πρασίνου και μαργαρίτες. Οι φίλοι μας και γείτονες Αγορελιτσανοί, μια φορά, αναγκάστηκαν να προσθέσουν στη διακόσμηση και οβριές που ως γνωστόν, ευδοκιμούν στο χωριό τους.
Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης σηματοδοτούσε για μας την κορύφωση της διαδικασίας των Παθών που είχε ξεκινήσει από το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων. Μια διαδικασία που παρ’ όλο ότι ξέραμε την κατάληξη της -όλο και κάποιο έργο άλλωστε με τα «Πάθη του Χριστού» θα είχε φέρει ο Πρεβεζάνος τις προηγούμενες μέρες στου Σταματέλου το καφενείο- μας κέντριζε το ενδιαφέρον σε τέτοιο βαθμό που γινόταν το ανήκουστο: να πηγαίνουμε στην εκκλησία από μόνοι μας χωρίς τον καταναγκασμό του δάσκαλου που ίσχυε τον άλλο καιρό.
Δημιουργούσαμε μάλιστα εκεί και πρόβλημα αδιαχώρητου μιας και υπήρχε συνωστισμός αυτές τις ημέρες από τη μεγάλη προσέλευση του κόσμου. Και δεν ήξεραν τι να μας κάνουν οι επιτρόποι. Τις πιο πολλές φορές μας έχωναν στο ιερό, κάτι που δημιουργούσε εκρηκτικές καταστάσεις γιατί με τις σκανταλιές μας, φέρναμε τον παπα-Θόδωρο στα άκρα και άρχιζε να μοιράζει εκείνα τα περιβόητα σκαμπίλια του: πολλοί χωριανοί από κάποια ηλικία και πάνω φέρουν νοερά, έντονη ακόμη στις παρειές την επώδυνη αίσθηση τους. Αλλά και την διαπεραστική ηχηρότητα τους, κάτι που από κάτω το εκκλησίασμα το εξελάμβανε σαν αναπόσπαστο ηχητικό εφφέ της όλης τελετουργίας και δεν έδειχνε να απορεί.
Δεν λέω ότι μόνο λόγοι θρησκευτικοί μας έκαναν να κατηφορίζουμε εκείνες τις μέρες προς την εκκλησία, υπήρχαν και κίνητρα ταπεινά: όπως το να κοιτάζουμε τα κορίτσια στο γυναικωνίτη και να ανταλλάσσουμε μαζί τους κάποιες φευγαλέες ματιές, αλλά υπήρχε όμως και αυτό το στοιχείο του δράματος με τις ύπουλες προδοσίες την αδικία και το Γολγοθά που μας συγκινούσε. Άσε που όλο το πράγμα έμοιαζε λίγο με μια μακρόσυρτη θεατρική παράσταση. Ιδίως τη στιγμή που κάρφωνε ο παπάς το Χριστό πάνω στο σταυρό και χτυπούσε η καμπάνα λυπητερά. Νοιώθαμε να μας διαπερνά ένα ρίγος, ένα ρίγος που δυνάμωνε και από τη φωνή του ψάλτη: «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…». Αυτό το «πιάναμε» και από το δημοτικό ακόμη γιατί το συνδυάζαμε με τη φράση που ακούγαμε συχνά από τους πατεράδες μας κάθε που ήθελαν να περιγράψουν τη δεινή οικονομική κατάσταση της οικογένειας: «είμαστε επί ξύλου κρεμάμενοι».
Αργότερα όταν πήγαμε στο γυμνάσιο «πιάναμε» και τη συνέχεια το «….ο εν ύδασι την γην κρεμάσας…» και λίγο μετά, στην τρίτη που κάναμε αρχαία ελληνικά, «πιάναμε» ολόκληρη και την άλλη στροφή: «Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται… ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις»



Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

ΤΟ ΣΚΑΨΙΜΟ ΜΕ ΤΑ ΚΟΥΤΡΟΥΛΙΑ


Κάθε χρόνο τέτοια εποχή όλη η Μεσσηνία βρισκόταν κάτω από τον αστερισμό της αξίνας. Από Κυπαρισσία Φιλιατρά Γαργαλιάνους και Χώρα μέχρι Κορυφάσιο Χανδρινού Βλαχόπουλου και πέρα την Κορώνη Μεσσήνη και Ανδρούσα, άστραφταν οι ατσάλινες αξίνες κροκοδείλου –κάτι σαν τη Makita της εποχής- μέσα στον ήλιο και τα ασπρολούλουδα.
Μεγάλες εργατιές σκαφτιάδων ξεδιπλώνονταν, σαν λοξή φάλαγγα, σε σταφίδες και σε αμπέλια και έσκαβαν το χώμα με τη σειρά…έσκαβαν….έσκαβαν. Κάθε παρέα είχε τον «καπετάνιο» της και τον «κωλεργάτη» της. Δυο κρίσιμα πόστα, δυο θέσεις κλειδιά από τους οποίους εξαρτιόταν και η απόδοση των υπολοίπων. «Καπετάνιος» ήταν ο επικεφαλής και «κωλεργάτης» ο τελευταίος της φάλαγγας. Η απόδοση εξαρτιόταν και από την υγρασία του εδάφους. Αν το χώμα ήτανε βαρύ κόλλαγαν οι άνθρωποι τους έβγαινε η πίστη. Το αφράτο χώμα –«αλεύρι» το έλεγαν- ήταν και το καλύτερο. Γκαπ….γκαπ χωνόταν η αξίνα μέσ’ στ’ ασπρολούλουδα και έβαζαν τις αξινιές τη μια πάνω στην άλλη, φτιάχνοντας μικρά βουναλάκια μέχρι τα γόνατα: τα κουτρούλια.
Πολλά τα στρέμματα –να φανταστείτε ότι γύρω στα 20 ήταν μια μεσαίου μεγέθους σταφίδα- πολλοί και οι εργάτες. Τόσοι πολλοί που δεν επαρκούσε η ντόπια προσφορά εργατικών χεριών της δεκαετίας του ’60, για παράδειγμα, που τότε ήταν πολύ μεγάλη και ερχόντουσαν και από άλλα μέρη.
Κατέβαιναν κάτι σκληροτράχηλοι νέοι άντρες από την Ολυμπία και τη Γορτυνία. Φορούσαν βαριές στρατιωτικές χλαίνες, χειροποίητες μάλλινες κάλτσες και γουρνοτσάρουχα. Κάτι χοντρά αυτοσχέδια παπούτσια από λάστιχο αυτοκινήτου και γουρνίσιο δέρμα. Με το σούρουπο στέκονταν όρθιοι στην πλατεία και έψαχναν για δουλειά. Στα καφενεία δεν κάθονταν γιατί έκαναν αιματηρές οικονομίες. Όσο για διαμονή μη το ψάχνετε! Αφού σήμερα με τόσα μέσα και το χειμώνα με τις ελιές αδυνατούμε να προσφέρουμε ένα στοιχειώδες κατάλυμα σε πολλούς ξένους εργάτες.
Έμεναν λοιπόν στα κατώγια και στα αχούρια με τα ζωντανά. Κοιμόντουσαν με τα ρούχα τους βέβαια και σκεπαζόντουσαν με ένα χοντρό σάϊσμα –υφαντό από τράγιο μαλλί- που κουβάλαγαν μαζί τους δεμένο πάνω στην αξίνα τους. Αυτό το δέμα ήταν και η μοναδική τους αποσκευή. Δυο-τρείς από αυτούς αργότερα έτυχε να τους συναντήσω στην Αθήνα. Ήτανε όλοι τους επιχειρηματίες και θυμόντουσαν πολύ ζωηρά τα καταράχια της Μεσσηνίας τα λασπερά κτήματα και τα σκληρά αφεντικά.
Τα κουτρούλια τα έφτιαχναν για να αερίζεται το χώμα και να αναζωογονείται και για να ξεραίνονται τα χορτάρια. Έμεναν έτσι μέχρι το «σκάλο» στα μέσα Απρίλη οπότε και τα εσκόρπιζαν χτυπώντας τα με τα ξινάρια τις στενές αξίνες δηλαδή. Αυτή η δουλειά ήταν πιο εύκολη και ήθελε πολύ λιγότερους εργάτες.
Το σκάψιμο έπεφτε πάντα σαρακοστή και δεν είχε τη διατροφική υποστήριξη που χρειαζόταν γιατί τότε νήστευαν οι άνθρωποι. Το πιο βαρύ φαί ήταν η φασολάδα και οι ταραμοκεφτέδες. Κάτι αρμυρές οβίδες με σκόρδο και ταραμά που έφερναν ατέλειωτη δίψα. Μας έβγαινε η γλώσσα εμάς των μικρών νεροκουβαλητάδων να πηγαινοερχόμαστε με τη βίκα. Πιάναμε θυμάμαι νερό εκτός από τα πηγάδια και τις βρύσες, από τις γράνες που τρέχανε. Ήτανε τότε πεντακάθαρο δεν είχαν βγει ακόμη τα φυτομάρμακα. Του Ευαγγελισμού έφτιαχναν οι νοικοκυρές μπακαλιάρο με σκορδαλιά με τις ίδιες νεροκουβαλητικές για μας ταλαιπωρίες.
Μια μέρα σταμάτησε στο χωριό ένα φορτηγάκι, είχε πάνω του ένα μηχάνημα που στη κοιλιά του είχε κάτι λεπίδες, το λέγανε σκαφτικό. Θα κάνανε επίδειξη. Μαζεύτηκε πολύς κόσμος σε μια σταφίδα στην άκρη του χωριού. Ξεκίνησε με θόρυβο και άρχισαν οι λεπίδες να σκάβουνε το χώμα. Κοιτούσαμε όλοι έκπληκτοι. Κανείς δεν φανταζόταν τη συνέχεια!!!

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

Τα γουρνοσφάγια


«Τα γουρνοσφάγια»


Έτσι ήταν ο τίτλος της έκθεσης που έβαζε κάθε χρόνο ο δάσκαλος στις δυο τελευταίες τάξεις του δημοτικού τη βδομάδα της Τσικνοπέμπτης. Και όλοι μα όλοι γράφαμε περίπου τα ίδια λόγια: «Το πρωί που σηκώθηκα ντύθηκα πλύθηκα πήρα τη σάκα μου και βγήκα στην αυλή. Είχε τυκλώσει παντού καπινιά. Η μάνα μου σύμπαγε ρείκια κάτω απ’ το κακάβι που έβραζε ο θερμός για το μάδημα και πάρα πέρα ο μπάρμπας μου ο Πέτρος ακόνιζε το μαχαίρι. Το γουρούνι ήταν δεμένο στο παλούκι και κάποια στιγμή το πιάσανε όλοι από τα πόδια το ρίξανε κάτω και εκείνο έσκουζε πολύ αλλά ο μπάρμπα Πέτρος γονάτισε πάνω του και έμπηξε το μαχαίρι στο λαιμό του. Το χτύπησε πολλές φορές μετά έχωσε μέσα και το άλλο του χέρι και έβγαλε ματωμένο τον καρύτζο. Έβαλε η μάνα μου τον καρύτζο στη θράκα να ψηθεί και οι άλλοι κρατούσανε το γουρούνι μέχρι να μην τσινάει τα πόδια του……..»
Τα γουρνοσφάγια ημερολογιακά ακολουθούσαν το τριώδιο και γίνονταν πάντα την προηγούμενη εβδομάδα από τη βδομάδα της Τσικνοπέμπτης. Ολοκληρώνοντας έτσι τη μακρά διαδικασία της εκτροφής του ζώου που άρχιζε και αυτή από κινητή εορτή: τη Μεγάλη Παρασκευή στο παζάρι της Χώρας. Τότε που ψωνίζαμε το μικρό γουρνόπουλο –μαύρου χρώματος ήτανε πάντα- από τους έμπειρους χοιροτρόφους που κατέβαιναν από τα χωριά των Κοντοβουνίων: το Αλικοντούζι την Ποταμιά τη Βούταινα και του Παιδεμένου.
Όταν το ζώο μεγάλωνε λίγο, γύρω στην αρχή του καλοκαιριού, έπρεπε να αναχαιτιστεί ο ερωτικός του οίστρος για να παχύνει. Τότε ερχότανε ο μουνουχαράς. Ο ειδικός στο μουνούχισμα. Αφαιρούσε από τα θηλυκά, με μια τομή στο πλάι, τις ωοθήκες και από τα σερνικά τους όρχεις τους οποίους μετά κολάτσιζε τηγανισμένους και έπινε το κρασάκι του ευχόμενος στους ιδιοκτήτες: «καλομεγάλωτο!».
Η τροφή του γουρουνιού, εκτός από το καλοκαίρι που είχε μια ποικιλία από κολοκύθια ντομάτες καρπουζόφλουδες και σύκα, αποτελείτο κυρίως από λιοκόκκια πίτουρα και το πλύμα, όπως λέγαμε τα απόνερα από το πλύσιμο των πιάτων (δεν χρησιμοποιούσανε τότε απορρυπαντικά). Λιοκόκκια λέγαμε τα απομεινάρια από το στύψιμο της ελιάς στα πιεστήρια του λιτρουβιού. Που ήτανε πάντα γιομάτα λάδι.
Ο ψητός καρύτζος αποτελούσε τον πρώτο μεζέ και σηματοδοτούσε την απαρχή μιας ατελείωτης γαστριμαργικής πανδαισίας και μάλιστα μέσα σ’ εκείνες τις δύσκολες εποχές. Το μεσημέρι έφτιαχναν τη συκωταριά σβησμένη με κρασί και με φλούδες λεμόνι. Το βράδυ οι οματιές στο φούρνο -από τα χοντρά έντερα που τα γέμιζαν με καυκαλίθρες και μπληγούρι- έκαναν το χωριό να μοσχοβολάει. Και από την άλλη μέρα που τεμαχιζόταν το σφαχτό και το μεγαλύτερο μέρος του αλατιζόταν στο τσουβάλι, άρχιζαν τα ψητά στη θράκα. Τα πεντενόστιμα ψαρονέφρια που δεν ήθελαν καν λεμόνι και μετά τα καπνισμένα στο παραγώνι λουκάνικα με την πορτοκαλόφλουδα. Άσε και κάτι ξεγυρισμένα κοκκινιστά αυγολέμονα που φτιάχναμε με τα βρασμένα κόκκαλα. Μια πλάτη του σφαχτού δεν την αλάτιζαν και τη φύλαγαν για την Κυριακή. Την έριχναν στο φούρνο με πατάτες.
Και την Τσικνοπέμπτη τσίκνιζε πράγματι όλο το χωριό! Ήταν η μέρα που «λιώνανε» όπως έλεγαν το παστό. Μια διαδικασία που γινόταν σε κάποιο υπόστεγο ή αποθήκη. Έβαζαν δηλαδή τo αλατισμένo κρέας σε ένα λεβέτι και το έβραζαν. Κάποια στιγμή το κόβανε μικρά κομμάτια σε μια σκαφίδα. Κόβανε και τα καπνισμένα λουκάνικα. Τα ξαναέβαζαν όλα μαζί στο λεβέτι και μέσα στο λίπος που είχε βγει από το βράσιμο, τα τσιγάριζαν. Ένας άντρας όρθιος κρατώντας για κουτάλα ένα μεγάλο ξύλο σαν το κουπί της βάρκας, τα ανακέτευε διαρκώς μέχρι να ροδοκοκκινίσουν. Και όλοι μαζεμένοι γύρω-γύρω διαρκώς μασάγανε. Μόνο που τώρα ήτανε αρμυρά τα εδέσματα και την πληρώνανε μετά οι έρημοι οι καφετζήδες: δεν προλάβαιναν να κουβαλάνε νερά με τους δίσκους στους «φλεγόμενους» θαμώνες και ήταν διαρκώς συνοφρυωμένοι και μουρμουρίζανε.
Έμπαινε τελικά το παστό στο κιούπι και σκεπαζόταν από το λάδι του το οποίο έπηζε και γινόταν μια άσπρη αλοιφή το «άλειμμα» όπως την έλεγαν. Η διαδικασία αυτή της τοποθέτησης του παστού στο κιούπι απαιτούσε μεγάλη τεχνική από τη νοικοκυρά. Έπρεπε τα κομμάτια -τσιγαρίδες, ψαχνά, λουκάνικα, αφτιά, κοιλιές- να μπούνε με κάποια σειρά ώστε το βγάλσιμο τους μετά να έχει την επιθυμητή χρονική ακολουθία: πρώτες να βγαίνουν οι παχιές τσιγαρίδες π.χ. που συνόδευαν το χειμώνα τα λάχανα και τελευταία για το καλοκαίρι με τη ζέστη κάποια ψαχνά και λουκάνικα. Κάπου στη μέση έμπαιναν η κοιλιά και τα αφτιά που ήταν έθιμο να τα βγάζουν της Αναλήψεως. Πολλές φορές, βέβαια, η τακτοποίηση αυτή διαταρασσόταν από επιθέσεις που κάναμε εμείς τα παιδιά –χώναμε το χέρι μέσα μέχρι τον ώμο- και ψάχναμε με τα δάχτυλα να βρούμε κομμάτια λουκάνικου.
Πάντως, είτε με σειρά να ήτανε στο κιούπι το παστό είτε ανακατεμένο, η αλήθεια είναι ότι τα γουρούνια θρέψανε ολόκληρες γενιές και τα γουρνοσφάγια ήταν ένα μεγάλο πανηγύρι. Ιδιαίτερα για μας τα παιδιά που εκτός από τις νοστιμιές και τους μεζέδες είχαμε και τη φούσκα! Τη φουσκωμένη δηλαδή ουροδόχο κύστη του σφαχτού. Το πρώτο μας αποκριάτικο μπαλόνι!

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008

Η ΧΑΡΤΟΠΑΙΞΙΑ



Στις μικρές κοινωνίες των χωριών είναι πιο ορατές οι κατακλυσμιαίες αλλαγές που επέφεραν στη ζωή μας οι καινούργιοι τρόποι ζωής, ιδίως η τηλεόραση. Με πρώτο θύμα το καφενείο. Μαζεύεται ο κόσμος τώρα στα σπίτια . Δεν σφύζουν πια τα τραπέζια από ιστορίες, τάβλι και χαρτοπαίχνιδα. Πολλοί νεαροί πλέον δεν ξέρουν τι είναι τα ντόρτια ο ρήγας και τα σπαθιά. Μια παράδοση χρόνων σταμάτησε.

Από πολύ μικροί μπαίναμε στα μυστικά και τη γοητεία της τράπουλας. Από το δημοτικό μαθαίναμε την "κολιτσίνα" τη "ξερή" το «31» και το «βιδαριστό 31». Όταν πηγαίναμε στο γυμνάσιο περνάγαμε σε ανώτερες σπουδές. Τελειώνοντας την πρώτη, είχαμε μάθει το ραμί, ένα είδος κουμ-κάν. Στη δευτέρα μαθαίναμε την πόκα και από την τρίτη και μετά, μαζί με τα μακριά παντελόνια που βάζαμε, ανοίγαμε τις πύλες της εγκεφαλικής και της ατελείωτης στην εκμάθηση πρέφας.

Τις ημέρες των γιορτών, ιδίως ανάμεσα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά η χαρτοπαιξία έπαιρνε διαστάσεις επιδημίας. Είχανε τελειώσει τα λιομαζώματα και απερίσπαστοι οι θαμώνες των καφενείων μέσα στη θαλπωρή της σόμπας, τζογάριζαν πάνω στο αργό γύρισμα των χαρτιών και της τύχης τους. Χαρούμενοι οι καφετζήδες από το βιδάνιο, ένα είδος ΦΠΑ που εισπράττανε από κάθε συναλλαγή, κουβαλούσαν στα τραπέζια νερά και ποτά και τάϊζαν διαρκώς τη σόμπα με ξύλα, δημιουργώντας καταστάσεις μυσταγωγίας. Με τα θαμπά τζάμια να τρέχουν υδρατμούς και τα ντουμάνια του καπνού να ανεβαίνουν με δαχτυλίδια προς το ταβάνι.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς γινόταν και η κορύφωση. Μετά το παραδοσιακό δείπνο με τον κόκορα μακαρονάδα, οι γυναίκες με τις κοπέλες έπαιρναν το κέντημα και το πλεχτό τους με το κουβάρι και τις βελόνες για κάποιο σπίτι με τζάκι ή σόμπα. Μαζεύονταν πολλές και κουβέντιαζαν μέχρις αργά. Πρέπει να έπιαναν και διάφορα πονηρά «θέματα» γιατί κάτι γέλια κακαριστά και μιας ιδιαίτερης χροιάς ακούγαμε να φτάνουν μέχρι το δρόμο. Ενώ οι άρρενες έτρεχαν στα καφενεία.

Όλα τα τραπέζια τζογάριζαν άγρια και τα λεφτά φόρα παρτίδα καθώς για εκείνη τη βραδιά υπήρχε μια εξαίρεση, μια άτυπη εκεχειρία εκ μέρους της χωροφυλακής. Συνεπαρμένοι οι χαρτοπαίκτες έκοβαν τα χαρτιά για «βιδαριστό 31» για «πόκα» για «ραμί» και κάποιοι ηλικιωμένοι για «πρέφα».

Από τα «μακριά παντελόνια» και μετά μπαίναμε και εμείς ελεύθερα, γιατί πιο πριν κρυβόμασταν κάτω από υπόστεγα με φως και με κάτι τράπουλες σαν πατσαβούρια παίζαμε «31» μέσα στο κρύο. Καθόμασταν λοιπόν και εμείς σε καρέκλες και παίζαμε σαν μεγάλοι. Επειδή όμως εξαντλιόταν από νωρίς η υποτυπώδης ταμειακή μας ευχέρεια και δεν είχαμε καθόλου όρεξη για ύπνο, προσεγγίζαμε σαν θεατές τα μεγάλα τραπέζια της πόκας για να μαθαίνουμε τεχνικές και να κλέβουμε κόλπα.

Σε αυτά έπαιζαν και οι ετήσιας βάσης χαρτοπαίκτες. Αυτοί οι παθιασμένοι τζογαδόροι που είχανε μάτια μόνο για το παιχνίδι. Ακόμα και όταν κοιτούσαν προς τη μεριά μας, εμείς καταλαβαίναμε ότι δεν μας βλέπουν. Ήταν το βλέμμα τους φευγάτο. Οι νευρικοί παίκτες κοιτούσαν τα χαρτιά τους αμέσως με το μοίρασμα. Ενώ για τους ήρεμους, αυτό το κοίταγμα των χαρτιών συνιστούσε μια μικρή ιεροτελεστία. Ιδίως όταν έπαιρναν το τελευταίο και καθοριστικό χαρτί. Το έχωναν μέσα στα άλλα τα ανακάτευαν όλα μαζί και τα έκλειναν. Τα σήκωναν μετά μέσα στις χούφτες και τα άνοιγαν σαν βεντάλια. Σιγά-σιγά και βασανιστικά για τη δική μας περιέργεια, μέχρι να σκάσει το σημάδι του καινούργιου που είχανε πάρει. Μιλούσαν μεταξύ τους με εκείνες τις παράξενες λέξεις: πάσο, ντούκου, δικαίωμα, τα βλέπω, ρέστα, φουλ, κέντα, ζεύγη, χρώμα, αβολοντέ και φλος, που ανέβαζαν στα ύψη το κλίμα της μυσταγωγίας.

Ένα κλίμα που έσπαζε βίαια από τις βλαστήμιες στο τέλος της κάθε παρτίδας. Βλαστήμιες σε πολύ μεγάλη ποικιλία. Αφού εξαντλούσαν το εορτολόγιο –πλην της Αγίας Παρασκευής που είναι η προστάτιδα του χωριού και τη σεβόντουσαν- περνούσαν στα ιερά σκεύη, στα άμφια του ιερέα, τη μήτρα του δεσπότη και σε ό,τι άλλο μπορεί να έχει σχέση με το θρησκευτικό οικοδόμημα.

Πολλές φορές θεωρούσαν εμάς τους νεαρούς θεατές, υπεύθυνους για τη χασούρα τους. Και δεν μας πείραζε τόσο το ότι γυρνούσε ο παίκτης που βλέπαμε τα χαρτιά του και μας άστραφτε ξαφνικά κάποιο σκαμπίλι. Πιο πολύ μας ενοχλούσε όταν μας έθιγαν κάποια ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Όταν μας έλεγαν, δηλαδή, ότι κάποιος από μας ήταν γρουσούζης γιατί «είχε παίξει το πουλί του». Κοκκινίζαμε τότε όλοι μέχρι τ’ αφτιά και να ήτανε τρόπος να άνοιγε η γη για να μας καταπιεί, γιατί όλοι είχαμε υποπέσει στο εν λόγω αμάρτημα, και όχι άπαξ ημερησίως!

Όλα αυτά τώρα χάθηκαν και μόνο κάτι νεαροί μετανάστες, πολυεθνικής σύνθεσης, συνεχίζουν να παίζουν σε κάποιο στρογγυλό τραπέζι, συνεννοούμενοι μεταξύ τους με τα σπαστά ελληνικά τους. Βρίσκουν στο καφενείο τη θαλπωρή που λείπει από τα υγρά και κρύα σπίτια που μένουν.

Οι πιο πολλοί στο χωριό δεν παίζουνε πλέον χαρτιά. Τρώνε το βράδυ της παραμονής τον κόκορα όπως πάντα -τα γαστρονομικά μας ήθη επιβιώνουν, βλέπεις, της τηλεόρασης- και αραχτοί μετά στους καναπέδες, δεν κάνουν τίποτα το διαφορετικό από ότι κάνουν και οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων και της Αθήνας: βλέπουν και αυτοί τα κανάλια με τα ειδικά μουσικά αφιερώματα.......

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008

ΤΑ ΚΑΛΑΝΤ(Ρ)Α




Τέτοιες μέρες οργανώναμε τη χορωδία για τα κάλαντα, τα κάλαντρα όπως τα λέγαμε τότε, τότε γύρω στα τέλη του ‘50. Και μιλάω για την «παράνομη» χορωδία γιατί όλη αυτή η ιστορία διέπετο από ένα ιδιότυπο καθεστώς.
«Νόμιμη» ήταν η χορωδία του σχολείου που έφτιαχνε ο δάσκαλος. Μια ομάδα από επιλεγμένα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, καλής διαγωγής και επιμελημένης εμφάνισης με πλισέ φούστες και καθαρά παντελονάκια, άσπρα σοσόνια και γυαλισμένα παπούτσια, και με ένα μεγάλο κουτί με σχισμή, τυλιγμένο με χαρτί (κόλλα γλασέ) και κολλημένες πάνω του χαλκομανίες με αγγελάκια, που κρατούσε κάποια κοπέλα. Ένα αγόρι κρατούσε έναν τενεκέ λαδιού τυλιγμένον και αυτόν με κόλλα γλασέ και αγγελάκια, για την καταβολή του φιλοδωρήματος σε είδος.
Οι εισπράξεις αυτές προορίζονταν για τις δαπάνες του σχολείου και κυρίως για τα σπασμένα τζάμια από τις πέτρες που με μανία εκτόξευαν εναντίον τους τα άλλα παιδιά, που πολλά εξ αυτών απαρτίζαμε την «παράνομη» και αυστηρά απαγορευμένη από το δάσκαλο, χορωδία.
Παίρναμε και εμείς έναν τενεκέ (χωρίς γλασέ βέβαια) και γυρίζαμε από σπίτι σε σπίτι, ξεκινώντας πάντα πριν από τους νόμιμους ανταγωνιστές μας. Λέγαμε μάλιστα στις νοικοκυρές που ρωτούσαν, ότι εμείς είμαστε τα κάλαντρα του σχολείου και όταν ξαναρωτούσαν που είναι τα κορίτσια τους λέγαμε ότι δεν ήρθαν γιατί κρυώνανε.
Δεν τις έπειθαν βέβαια τα λόγια μας ούτε η ετερόκλητη ενδυματολογική μας εμφάνιση με τα μπαλωμένα ρούχα και τα τρύπια παπούτσια. Ήταν κάποιες τσιγκούνες που μας έδιωχναν, οι περισσότερες όμως, μέρες που ήταν, μας έριχναν λάδι στον τενεκέ και μας φίλευαν κανα κουραμπιέ ή πορτοκάλι. Άλλο που εμείς αρπάζαμε και ό,τι άλλο βρίσκαμε ένα γύρω στην αυλή ή προβαίναμε και σε πιο άγριες πράξεις όπως τότε με τη θειά –Κώσταινα, μια ραχητικιά γριούλα, που με λαβές και κεφαλοκλείδωμα που είχαμε δει στο σινεμά, την ακινητοποιήσαμε την ώρα που μας έριχνε το λάδι στον τενεκέ και μέχρι να στραγγίξει όλο το λαδικό της! Την αφήσαμε, φυσικά, μετά τη γυναίκα και της ευχηθήκαμε «χρόνια πολλά». Ενώ μας ακολούθησε μια βροχή από κατάρες και πέτρες.
Το λάδι το πουλάγαμε στο μαγαζί του Τραχανά, με φόβο βέβαια και προφυλάξεις μην εμφανιστεί μπροστά μας ο δάσκαλος. Τρυπώναμε μετά σε ένα στενό και ακριβοδίκαια μοιραζόμασταν τις εισπράξεις. Οι οποίες μέσα σε χρόνο ρεκόρ μετατρέπονταν σε μπαλόνια και σε γυαλένιες: τους γυάλινους βόλους, δηλαδή, με εκείνα τα καταπληκτικά σχέδια που είχανε μέσα τους και που χαζεύαμε με τις ώρες την αναπήδηση τους πάνω σε κάποια τσιμεντένια επιφάνεια. Αυτό το …τακ….τακ…τακ μας γοήτευε.
Άλλα δώρα εκείνες τις μέρες και κείνα τα χρόνια δεν είχαμε. Κανα γιορτινό ρουχαλάκι ή παπούτσι, συνήθως κάτι κοντές γυαλιστερές γαλότσες με ένα κουμπί στο πλάϊ, όταν μας ψώνιζαν οι δικοί μας, τα έπαιρναν από το πανηγύρι της Χώρας τον Οκτώβρη μήνα.
Πρέπει να ομολογήσω όμως το πόσο έντονα ζούσαμε αυτές τις ημέρες και πόσο εντυπωσιαζόμασταν από το θρησκευτικό μέρος του πράγματος, ακόμη και εμείς τα παιδιά της υψηλής παραβατικότητας. Εκστασιαζόμασταν από το γεγονός ότι το παιδάκι του Θεού γεννήθηκε φτωχικά, όπως και εμείς, μέσα σε κάτι σαν αχούρι και το ζέσταιναν με τις ανάσες τους τα άλογα και τα βόδια. Είχαμε μεγάλη εξοικείωση με τα ζωντανά –ακόμη νιώθω στο σβέρκο μου την ανάσα του αλόγου, του Καρά μας, όταν έσκυβε και έτριβε τη μουσούδα του στο κουρεμένο μου κεφάλι- και τα βιώναμε έντονα όλα αυτά.
Και όταν το πρωί των Χριστουγέννων ξυπνάγαμε στις τέσσερις με την καμπάνα για την εκκλησία, παρ’ όλο το αγουροξύπνημα και τα νεύρα μας, ρίχναμε κρυφές ματιές στον έναστρο ουρανό μήπως διακρίνουμε και εμείς το λαμπερό αστέρι!

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2008

Ράβδος, Λίχνισμα και Πλεύρες.



Τώρα που κοντεύουν να σιγήσουν τα αλυσοπρίονα -στα τεμάχια της κάτω περιφέρειας υπάρχει ήδη ησυχία με ψηλές κολώνες καπνού από καιόμενα λιόκλαρα, μόνο κατά τον Κάμπο και τις Ντραμπάλες ακούς ακόμα κάποια να ζουγκουνάνε- καιρός να κάνουμε στο θέμα αυτό μερικές συγκρίσεις του σήμερα με το χθές. Και δεν μιλάω για πολύ παλιά, για πριν 40 με 50 χρόνια μιλάω.
Τότε ακόμη οι ελιές και το λάδι ήταν το δευτερεύον προϊόν. Σταφίδες κατά κύριο λόγο αλλά και αμπέλια για το κρασί στο σπίτι πιάναν τα καλά και επίπεδα χωράφια. Ακόμη και η σπορά σταριού γινότανε σ’ αυτά. Οι πλεύρες και οι χούνες έμεναν για τα λιόδεντρα. Και αργά-αργά γιομίζανε με λιοφύτια. Πιο εύκολα αν έβρισκες κωλορίζια, αυτά που ξεπετάγονται στις ρίζες των ελιών, αλλά μακρόσυρτα και δύσκολα αν φύτευες τρουμπούκια. Μια διαδικασία με κομμάτια από λιόκλαρα που τα ξεχώριζαν στο ράβδο. Ξεδιάλεγαν κάποια που είχαν μάτια, πάχους περίπου 3-4 εκατοστών και μήκος 40-50. Τα έχωναν σε μέρη στράγγια και προσηλιακά και όχι πολύ βαθειά. Αυτά τέλος άνοιξης με αρχές καλοκαιριού πέταγαν βλασταράκι. Τα πότιζαν το καλοκαίρι και την επόμενη άνοιξη τα έβγαζαν και τα μεταφύτευαν στις πλεύρες και τα χέρισα. Σε αυτή τη διαδικασία πρέπει να σημείωναν μεγάλες επιδόσεις οι συμπαθείς και ανέκαθεν εργατικοί γείτονες μας, οι Γαργαλιανώτες και ίσως εδώ να οφείλεται το παρατσούκλι τους: τρουμπουκάδες.
Είτε από τρουμπούκια, πάντως, είτε από κωλορίζια ήταν οι ελιές, ο ράβδος ήταν ράβδος, ένα μεγάλο βάσανο! Δεν υπήρχαν βέβαια τόσες πολλές που υπάρχουν σήμερα. Πάνω από 500 κιλά παραγωγή μόνο οι μεγαλονοικοκυραίοι βγάζανε.
Όπως και σήμερα ήτανε χειμερινό, βέβαια, το σπορ αλλά οι χειμώνες εκείνοι ρε παιδιά ήτανε άλλο πράγμα. Μην κοιτάτε τώρα που έχουμε ξερούς και ήπιους χειμώνες! Βροχή τότε πολύ βροχή. Τρέχανε από τους νόχτους τα νερά. Στάζανε ακόμα και οι πέτρες. Άσε το χιονόνερο και το κρύο. Να σε βαρεί η ελιά στη μούρη και να τσουτσουράει τίλογα! Να γλιστράς στην πλεύρα με το λιόπανο –ένα λινατσένιο που ήτανε μέσα στη λάσπη- και να σταματάς στα βάτα πριν το ρέμα. Και να μαζεύεις μετά μία-μία τις ελιές που είχανε χυθεί ένα γύρω στα χορτάρια
Το κόψιμο γινόταν με το χειροπρίονο αλλά με μεγάλη τσιγκουνιά γι’ αυτό θεριεύανε και οι οι ελιές και γίνονταν "πλατάνια". Ανέβαιναν οι άντρες στις κορφές σαν τις μαϊμούδες. Δεμπλιά και δέμπλες κυπαρισένια από το λόγγο. Τα βγάζανε το καλοκαίρι και τα πλάκωναν με πέτρες να είναι ίσια..
Το μεγαλύτερο μανίκι όμως ήτανε το λίχνισμα. Έπρεπε οι ελιές να μην έχουνε μέσα καθόλου φύλλα. Και όλη τη μέρα δε σακιάζανε καρπό. Τον μάζευαν πάνω σ’ ένα λιόπανο σε ένα μεγάλο σωρό και με το σούρουπο έστρωναν δίπλα ένα άλλο προς την κόντρα μεριά του ανέμου. Μετά με ένα φτυάρι ξύλινο πετούσαν τις ελιές σε αυτό και ο αέρας χώριζε από ψηλά τα φύλλα. Και καλά αν φύσαγε! Αν είχε όμως πραγαλιά αντιλαλούσαν τα καταράχια από τις βρισιές ενώ εμείς τα μικρά σκεφτόμασταν το ποίημα της 25ης Μαρτίου: «φύσα μαΐστρο δροσερέ κι’ αγέρα του πελάγου!».Και όσο έπεφτε το σκοτάδι τόσο έπεφτε και ο αέρας. Νυχτώναμε στα τεμάχια γιατί έπρεπε μετά να γίνει και το σάκιασμα. Φτάναμε στο χωριό με τις νυχτερίδες.
Τα τσουβάλια τα παίρνανε οι λιτρουβαραίοι με τα κάρα, αυτά με το άλογο και τις μεγάλες ξύλινες ρόδες. Άλλα προβλήματα εκεί . Κόλλαγαν οι ρόδες και τα ζώα μέσα στη λάσπη και δώστου με τη βίτσα στα καπούλια. Αργότερα ήρθαν τα τρακτέρια με τις χοντρές ρόδες τις λαστιχένιες και τις ρεμούλκες και βελτιώθηκαν πολύ τα πράγματα.
Ο ράβδος, όμως, ήταν βάσανο –κάθε τέτοια εποχή άλλαζαν οι μεγάλοι το λαϊκό ρητό: «θέρος τρύγος πόλεμος» και το έκαναν «ράβδος τρύγος πόλεμος». Είχε όμως τιμή τότε το λάδι! Όσο το αρνί και το κατσίκι γάλακτος. Μόνο το μέλι ήταν πιο ακριβό: 2 με 1.

Ενημερωνόμαστε για την περιοχή μας

ΤΑ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες