27 Οκτωβρίου 2010

Η 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ

Μία απαλή δροσιά και το πρώτο φως του ήλιου που γλυκοφώτιζε πίσω από την κορυφογραμμή της Ζωοδόχου Πηγής, που είναι η συνέχεια της Αγιάς προς το Κεφαλόβρυσο, ήταν οι πρώτες αισθήσεις των χωριανών που ξυπνούσαν και έβγαιναν από τα σπίτια τους για να πάνε στα χωράφια τους. Άλλοι γιατί είχαν ξεκινήσει το μάζεμα της μαυρολιάς άλλοι για τις τελευταίες ετοιμασίες πριν από αυτό. Μια γλυκιά αναστάτωση που είναι συνηθισμένη σε όλα τα χωριά της Ελληνικής περιφέρειας εδώ και αιώνες και αυτό το πρωινό παιζόταν σαν θεατρική παράσταση σε κάθε γειτονιά. Οι γειτόνοι καλημερίζονταν με πειράγματα και χαμόγελα
-Καλή 'μέρα θα κάνει και σήμερα.
-Άντε να μαζέψουμε καμία ελιά γιατί από τη σταφίδα καζαντίσαμε φέτος.
Πίσω, στα σπίτια της πλατείας ένα νέο θα έκανε το γλυκό αυτό πρωινό της 28ης Οκτωβρίου 1940 ακόμα πιο χαρούμενο.
-Αυγαταίνει το χωριό μας
-Τι έγινε;
-Γέννησε η Δημητρούλα του Γιώρη του Γλιάτα!
-Πότε;.. απόψε;
 -Τώρα το Ξημέρωμα
 -Και τι έκαμε;
-Παιδί... και που να δεις σερνικό... ίσα με τέσσερα κιλά
 -Μπράβο! γερή γυναίκα ούλο σερνικά κάνει, τυχερός ο Γιώρης.
Το νέο έκανε το γύρο του χωριού αμέσως, μα ξαφνικά το Τζιπ της Χωροφυλακής από τους Γαργαλιάνους κάνει την εμφάνισή του στο χωριό, περνάει τα πρώτα σπίτια και κατευθύνεται στο σπίτι του Προέδρου του Αγγελή του Θοδωρόπoυλου. Ενός πραγματικού άρχοντα και ήπιου ανθρώπου που το όνομά του ακόμα και σήμερα είναι πολύ σεβαστό στο χωριό μας.
Ο πρόεδρος εκείνη τη στιγμή κατέβαινε τα σκαλιά του σπιτιού του και από το αυτοκίνητο κατέβαινε ο διοικητής του τμήματος των Γαργαλιάνων.
 -Καλημέρα πρόεδρε
 -Καλημέρα κ διοικητά πώς έτσι και πρωινός στο σπιτικό μου, τι έγινε;
 -Πάμε πάνω πρόεδρε θέλω να σου μιλήσω.
 Μετά από πέντε λεπτά περίπου την ξύλινη σκάλα κατεβαίνει ο διοικητής με τον πρόεδρο αναστατωμένοι φτάνουν στο αμάξι και χαιρετιούνται
-Υπομονή πρόεδρε
 -Σε όλους μας χρειάζεται απ εδώ και πέρα
 Το αυτοκίνητο αναχωρεί για τα άλλα χωριά και ο πρόεδρος φεύγει όχι για το καφενείο όπως συνήθιζε κάθε πρωί μα για για το σπίτι του παπά.
Χτυπάει την πόρτα με δύναμη και του ανοίγει ο παπάς που ετοιμαζόταν και εκείνος για να πάει στα Μουρίκια για ράβδο
-Τι έγινε πρόεδρε πρωί πρωί και κοπανάς τη πόρτα λες και σε κυνηγάνε;
-Μπες μέσα παπά θέλω να σου μιλήσω.
 Κάθονται σε δυο καρέκλες που βρέθηκαν μπροστά τους.
-Για λέγε ρε πρόεδρε -Σήμερα το πρωί η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα και ήδη στα σύνορα με την Αλβανία έχει κατευθυνθεί ο στρατός μας για να αμυνθεί
Ο παπάς κάνει το Σταυρό του
-Θεέ μου βοήθα. Και που το έμαθες πρόεδρε;
-Ήρθε ο διοικητής της Χωροφυλακής από τους Γαργαλιάνους και με ειδοποίησε, μοιράζει αυτό το χαρτί σε όλους τους προέδρους των χωριών.
-Τι είναι αυτό;
-Χαρτί επιστράτευσης για τους νέους από 20 έως 25 ετών σε πρώτη φάση
-Σὲ πρώτη φάση;
-Αργότερα αν χρειαστεί θα κληθούν και άλλες ηλικίες.
-Τι μέρα ξημέρωσε Αγγελή;
-Ο Θεός να βάλει το χέρι του παπά μου.
-Να ενημερώσουμε το χωριό δε χρειάζεται να κιοτέψουμε
-Όχι ρε παπά Θόδωρε, είμαστε Έλληνες και αφού η ιστορία και η πατρίδα μας καλεί εμείς θα δεχθούμε το κάλεσμά τους.
 -Πάμε στην πλατεία να μαζέψουμε το κόσμο, θα στείλω άνθρωπο να χτυπήσει την καμπάνα.
  Στο χωριό οι περισσότεροι είχαν φύγει για τα χωράφια τους. Όσοι είχαν μείνει άκουσαν την καμπάνα της εκκλησιάς να σημαίνει γρήγορα. Αμέσως προκλήθηκε αναστάτωση βγήκαν στις γειτονιές να μάθουν τι έγινε, σε λίγα λεπτά από όλους ακουγόταν η λέξη πόλεμος, πόλεμος. Ο παπάς και ο πρόεδρος ενημέρωσαν τον κόσμο στην πλατεία για τις εξελίξεις. Η πρώτη αντίδραση των χωριανών ήταν να τρέξουν στα μπακάλικα να πάρουν πράγματα για τις δύσκολες μέρες που έρχονταν, η αναστάτωση ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπα των γυναικών και των ανδρών. Οι μπακάλιδες έκρυβαν τα σακιά με τα όσπρια και άλλα ήδη που θεωρούσαν ότι θα υπήρχε έλλειψη σε λίγες ημέρες. Όμως ξαφνικά σαν από θαύμα κάτι άλλαξε στην ψυχολογία αυτού του κόσμου. Ένα εθνικό παραλήρημα, μια ανείπωτη περηφάνια μπήκε στα στήθη τους που τους έκανε να μιλούν για τον αγώνα του έθνους με πάθος. Ο φόβος της πρώτης στιγμής έγινε γέλιο και κάλεσμα για να αποδείξουν στους εαυτούς τους, τους άλλους και στον κόσμο ολόκληρο πως οι Έλληνες ζυγό δεν υπομένουν. Στα στόματα τους δεν υπήρχε άλλη κουβέντα πάρα μόνο ο πόλεμος και η ιστορία της Ελλάδας. Όσοι ήξεραν λίγα γράμματα και είχαν διαβάσει λίγο, έλεγαν στους άλλους για τα κατορθώματα των αρχαίων, του Κολοκοτρώνη και των άλλων μεγάλων της Ελλάδος. Όλοι είχαν ξεχάσει τις δουλειές τους και είχαν πάρει το ρόλο τους στο πάνθεον των μεγάλων στιγμών του Έθνους. Ξαφνικά κατά το μεσημέρι ο Πρόεδρος αναρτά στην πλατεία τα ονόματα των επιστρατευμένων.Όλοι πλησίασαν στο χαρτί και διάβαζαν δυνατά τα ονόματα και από το πλήθος ακούγονταν κάπου κάπου κάποιοι λυγμοί κάποιας μάνας. Εκείνη η στιγμή ήταν πράγματι η πιο δύσκολη για όλους τους χωριανούς. Έφευγαν και έψαχναν τα παλικάρια να τα αγκαλιάσουν και κει πάνω στο αγκάλιασμα ένιωθαν το συναίσθημα τι θα πει πατρίδα. Χωρίς προσωπικές ή πολιτικές θέσεις, όλοι είχαν μια κοινή αίσθηση αυτής της Έννοιας ή Ιδέας. Το θαυμαστό αυτής της υπόθεσης ήταν ότι ούτε ένα από τα παιδιά που επιστρατεύτηκαν ένιωσαν τον φόβο του πολέμου. Όλα ήταν χαρούμενα και έδιναν θάρρος σε όλους. Ακόμα και στην αγκαλιά της μάνας και εκεί δεν τους τρόμαζε τίποτα. Όσοι το βράδυ έρχονταν από τα χωράφια μάθαιναν τα νέα της ημέρας μαζεμένα.Άκουγαν τι έγινε και έμπαιναν στο κλίμα της χαρμολύπης.
Μόλις έπεσε το σκοτάδι μαζεύονταν στα σπίτια των παιδιών που την άλλη μέρα θα έφευγαν για τον πόλεμο. Όσοι από τους μεγαλύτερους είχαν πολεμήσει στους Βαλκανικούς πολέμους και στη Μικρά Ασία, έλεγαν τις εμπειρίες τους με περηφάνια. Το επόμενο πρωί όλο το χωριό είχε μαζευτεί στην Πλατεία, από στιγμή σε στιγμή θα ερχόταν φορτηγό από την Πύλο για να μεταφέρει τους στρατιώτες στο τρένο στην Κυπαρισσία και από κει να παν στο Μέτωπο. Φασαρία, κουβενταρία, αγκαλιάσματα με τα παλικάρια που έφευγαν, και ευχές
 - Άντε ρε με τη νίκη....
-Με τη νίκη..
Ξαφνικά από την εκκλησιά της Παναγίας ακούστηκε η βουή του φορτηγού ο κόσμος μαζεύτηκε στο μεσαίο πλάτανο για να δει τον ερχομό του. Το σταμάτημα του και το χτύπημα των αλυσίδων του πάνω στην καρότσα πάγωσε το αίμα όλων. Όλοι έλεγαν μέσα τους μια προσευχή για τα παιδιά που με θάρρος ανέβαιναν μέσα και συναντιότουσαν με άλλους συνομηλίκους τους από την Αγορέλιτσα και την Χώρα. Τελευταίος μα χαμογελαστός και με περίσσιο θάρρος πήγε να μπει στο φορτηγό ο Νίκος ο Καραμπότσος, ξαφνικά σταματάει, κοιτάζει γύρω του τους συχωριανούς του που έδιναν θάρρος στους στρατιώτες και με φωνή γεμάτη παράπονο λέει:
- Α ρε πλατάνια δεν θα σας ξαναδώ.
Και με μια γρήγορη δρασκελιά ανέβηκε στο φορτηγό.
Πράγματι, αυτό το παλικάρι δεν ξαναγύρισε πίσω, άφησε το κορμί του στα βουνά της Αλβανίας. Ένας όλμος γκρέμισε το χαράκωμα πού βρισκόταν και το χώμα της Βορείου Ηπείρου τον αγκάλιασε για πάντα. Το μόνο που θυμίζει το πέρασμα του από το χωριό μας είναι το όνομά του χαραγμένο στην μαρμάρινη πλάκα των πεσόντων σε όλους τους πολέμους που συμμετείχε η Ελλάδα στο ηρώο του χωριού μας. Εκεί θα μείνει χαραγμένο και ενώ όλα τα άλλα ονόματα των συχωριανών του κάποια στιγμή θα ξεχαστούν, το δικό του θα μείνει αθάνατο στους αιώνες.
Αυτές ήταν οι πρώτες στιγμές που έζησε το χωριό μας εκείνες τις μεγάλες στιγμές για την ιστορία της Ελλάδας. Στιγμές μεγαλείου και ομοψυχίας που κάθε λαός θα επιθυμούσε να ζει διαρκώς.

.
Η παρούσα ανάρτηση αφιερώνεται
 στη μνήμη του προμνημονευθέντος
Νίκου Καραμπότσου
τιμής και ευγνωμοσύνης ένεκεν
Γ.Τ.

6 σχόλια:

  1. Συγχαρητήρια! Το κείμενο αυτό με τη γλαφυρή περιγραφή κάποιων στιγμών της καθημερινότητας μιας μέρας ορόσημο που έμελε να μείνει στην ιστορία με ανεξίτηλα γράμματα, βοηθάει τις νεώτερες γενιές να αντιληφθούνε πιο παραστατικά αυτό που η γενική και αφηρημένη αναφορά δεν μπορεί να μεταδόσει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. τάκη μπράβο! Εξαιρετικό κείμενο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αγαπητέ συγχωριανέ, Γ.Τ.,

    Με συγκίνηση διάβασα το αφιέρωμά σου στον θείο μου, Νίκο Καραμπότσο και θέλω να σε ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου. Ήταν το μνημόσυνο που του άξιζε μετά από τόσα χρόνια. Δεν ξέρω ποιος είσαι και πώς γνωρίζεις αυτά τα γεγονότα. Θα ήθελα μια επικοινωνία μαζί σου.

    Ευχαριστώ και πάλι

    Θανάσης Χ. Καραμπότσος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ΣΥΝΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ, ΘΑ ΣΥΜΦΩΝΗΣΩ ΜΕ ΤΝ ΘΑΝΑΣΗ ΟΤΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΗΤΑΝ ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΠΟΥ ΤΟΥ ΑΞΙΖΕ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ......

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Ενημερωνόμαστε για την περιοχή μας

ΤΑ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες