Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2018

Το Αιγαλέον όρος και η κορυφή της Αγιάς


Αναδημοσίευση
 από την εφημερίδα
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (11-11-2018)
(Συμβολή στην προέλευση και στην ορθή γραφή του τοπωνυμίου)
Η οροσειρά, που συναντά μια νοητή ευθεία που διέρχεται από το αρχαίο Κορυφάσιο (Παλαιό Ναβαρίνο) μέσω του λεγομένου ανακτόρου του Νέστορα, ονομάζεται όρος Αιγαλέον[1] κατά τον αρχαίο γεωγράφο Στράβωνα[2].  Την εποχή της ακμής του ανακτόρου του Άνω Εγκλιανού η οροσειρά αυτή χώριζε για διοικητικούς σκοπούς το βασίλειο σε δύο επαρχίες που περιγράφονται στις πινακίδες της Γραμμικής γραφής ως «αυτή η πλευρά του Αιγολέον» και η «πέρα από το Αιγόλεον». Έχει παρατηρηθεί σε μερικές αναφορές -λανθασμένα- η συνέχεια της οροσειράς αυτής βορειοδυτικά να ονομάζεται «Κυπαρισσιακά Όρη». Το λάθος κατά το όνομα και την τοπογραφία αποκαθίσταται, καθώς........

Τρίτη 22 Μαΐου 2018

ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΚΑΙ ΠΩΣ ΠΗΡΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ

Η βρυσομάνα του χωριού. Η παλιά βρύση ή Ξερόβρυση
Για να μπορέσει κάποιος να γυρίσει πίσω στο χρόνο και να δει την γέννηση ενός χωριού και την πορεία του στο χρόνο, πρέπει να έχει πολλούς συμμάχους σε αυτό του το ταξίδι . Πρέπει να ψάξει σε γραπτές πηγές, σε αρχαιολογικές έρευνες και ακόμα ακόμα στην προφορική παράδοση, που σε κάθε κοινωνία λίγο ή πολύ υπάρχει και δίνει πολύτιμες πληροφορίες. Αυτό τον δρόμο ακολουθήσαμε και εμείς προσπαθώντας να μάθουμε πως πήρε το όνομα του το χωριό μας.
Παρατηρώντας την περιοχή της δυτικής Μεσσηνίας, βλέπουμε πως είναι μία από τις παλαιότερα κατοικημένες περιοχές της Ελλάδας, με λείψανα οργανωμένης κατοίκησης, ήδη από την Νεολιθική εποχή ( 4η Χιλ – 2500 π. Χ. ). Την Πρωτοελλαδική εποχή 2600 – 2200π.Χ. μαρτυρούντε τα πρώτα λείψανα κατοίκησης κοντά στο χωριό μας. Συγκεκριμένα, στην περιοχή του Λαγού βρέθηκαν από την αρχαιολογική έρευνα σημαντικά ευρήματα που δείχνουν σπουδαίο οικισμό. Την αμέσως επόμενη περίοδο 2200 – 1600 π. Χ. στην αγροτική περιοχή του χωριού, "Τσούκα" δημιουργείται ο τύμβος. Ο πληθυσμός της περιοχής άρχισε να αυξάνεται σημαντικά και να δημιουργεί έναν λαμπρό πολιτισμό την εποχή που ο Άνω Εγκλιανός φιλοξενούσε το οικονομικό κέντρο της περιοχής γνωστό σήμερα ως Ανάκτορο του Νέστορα 1600 – 1100 π. Χ. Μετά έρχονται οι σκοτεινοί χρόνοι, το μόνο που γνωρίζουμε για την εποχή αυτή είναι ότι η περιοχή συνέχισε να κατοικείται χωρίς όμως να παράγει κάτι αξιόλογο στον πολιτισμό της.
Την εποχή της Ρωμαιοκρατίας 31 π. Χ. – 400μ.Χ.υπάρχει αξιόλογος οικισμός στο Κατωχώρι  νότια του χωριού. Μέχρι σήμερα μπορεί κάποιος να διακρίνει εκεί κατάλοιπα κτισμάτων της εποχής αυτής. Αρχαιολόγοι από την εποχή του Blegen και του Μαρινάτου έχουν κάνει πολλές φορές επιφανειακές έρευνες και έχουν διαπιστώσει την κατοίκηση των τριών αυτών περιοχών δίπλα στο χωριό μας. Η αρχαιολογική σκαπάνη έχει βεβαιώσει την αρχή της κατοίκησης του χωριού μας στη σημερινή του θέση αυτή την περίοδο, αφού στη θέση του σημερινού νεκροταφείου έχουν βρεθεί ταφές και άλλα κτερίσματα της Ρωμαικής Εποχής.  Την εποχή της καθόδου των Σλάβων 8ος – 10ος αι μ. Χ. η νότια Πελοπόννησος δέχεται σημαντικό αριθμό εποίκων οι οποίοι όμως αφομοιώνονται πλήρως από τον ντόπιο πληθυσμό και το μόνο που μαρτυρεί στους επόμενους αιώνες την εγκατάσταση τους στον τόπο μας είναι τα διάφορα τοπωνύμια που ακόμη και σήμερα χρησιμοποιούμε (πχ. Πάνιτσα - Κουβέλι - Τσαντίλου, Αγορέλιτσα κ.α.). Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ πως στις μέρες μας έχουν διατηρηθεί ονομασίες αγροτικών περιοχών του χωριού μας Σλαβικής και Τουρκικής ρίζας, μάρτυρες του περάσματος αυτών των φυλών από τον τόπο, επιβεβαιώνοντας την συνεχή κατοίκηση της περιοχής που μπόρεσε έτσι να διατηρήσει αυτά τα τοπωνύμια. Μπορούμε όμως με βεβαιότητα να πούμε πως οι επόμενες μεταναστεύσεις πληθυσμών στην περιοχή ήταν αυτές που διαμόρφωσαν το χωριό στην σημερινή του μορφή.
Μετά την άλωση της Πόλης και την κατάκτηση των εδαφών της ελλαδικής χερσονήσου, η περιοχή μας πήρε έναν άλλο δρόμο που μας είναι γνωστός και από γραπτές πλέον πηγές. Οι πεδινές περιοχές προτιμήθηκαν από Οθωμανούς εποίκους σαν πιο εύφορες, προσοδοφόρες και πιο κοντά στην θάλασσα που ήταν ο πιο εύκολος δρόμος για επικοινωνία.( αν και η πρακτική αυτή παρατηρείται και απο προηγούμενους κατακτητές).  Οι ορεινές δέχθηκαν περισσότερους σκλαβωμένους πληθυσμούς που μετανάστευσαν από τα πεδινά για να αποφύγουν τον ραγιαδισμό -κατά το δυνατόν- και σιγά, σιγά να δημιουργήσουν τις πρώτες ομάδες κλεφτών και αρματολών. Η περιοχή του χωριού μας σαν ιδιαίτερα έφορος τόπος προφανώς δέχθηκε Οθωμανούς .



Αν λάβουμε υπόψη μας την προφορική παράδοση που θέλει το χωριό μας να πήρε το όνομα του από τον πύργο του Αγά τότε ίσως ο πύργος αυτός να δημιουργήθηκε την εποχή αυτή.
Τι πύργος όμως ήταν αυτός; Το μυαλό κάποιου μπορεί να φανταστεί πολλές μορφές πύργων, το πιθανότερο όμως είναι να ήταν ένα πυργόσπιτο σαν τους γνωστούς μας Μανιάτικους πύργους οι οποίοι άλλωστε υπήρχαν σε πολλά μέρη της Μεσσηνίας, στην πόλη των Γαργαλιάνων και αλλού. Ένα άλλο ερώτημα που γεννάται είναι γιατί να έδωσε ο δικός μας πύργος το όνομα του στο χωριό και δεν το έδωσαν και κάποιοι άλλοι; Η προφορική παράδοση μας δίνει την εκδοχή ότι αυτό έγινε για το λόγο ότι γύρω από το χωριό μας την εποχή αυτή υπήρχαν ολιγομελείς οικισμοί με δικά τους εκκλησάκια, νεκροταφεία και ότι άλλο ήταν απαραίτητο σε μια τόσο μικρή κοινωνία της εποχής. Τέτοιοι οικισμοί ήταν στην Τσούκα στου Κουλουγλη στο Κατωχώρι στην περιοχή του Αγιονικόλα ίσως, και άλλου. Όλοι αυτοί λοιπόν είχαν σαν σημείο αναφοράς το μέρος που έμενε αυτός που μπορούσε να τους ελέγχει, δηλαδή ο Οθωμανός αφέντης τους. Έτσι όταν ήθελαν να πουν ότι θα πάμε στον οικισμό που έμενε ο Οθωμανός έλεγαν πάμε στον Πύργο. Εδώ, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Πύργος σαν οικισμός, εκτεινόταν γύρω από την ξερόβρυση, δηλαδή από την περιοχή του μοναστηριού προς το σημερινό χωριό και από κει μέχρι την Αγία Παρασκευή, όπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο συναντάμε το τοπωνύμιο "Παλιόπυργας" πάνω ακριβώς από το σημείο που είναι η παλιά βρύση της Ξερόβρυσης. Πώς όμως ξέρουμε ότι ο πύργος υπήρχε την εποχή αυτή;  Αμέσως μετά το τέλος της λεγόμενης πρώτης τουρκοκρατίας 1460 – 1684 μ. Χ. υπάρχουν δύο απογραφές των Ενετών (1684 – 1715 μ. Χ.) για τον πληθυσμό του χωριού μας και για τις εκκλησίες του, που αναφέρεται το χωριό με το όνομα Πύργος (ούτε Πυργάκι ούτε κάτι άλλο...)
Οι προφορικές παραδόσεις
Κάποιες άλλες παλιές προφορικές παραδόσεις αναφέρουν ότι στο χωριό μας υπήρχαν δύο αγάδες με δυο πύργους. Ο κάτω πύργος που βρισκόταν στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται "Παλιόπυργας" στην Ξερόβρυση και ο άλλος πάνω από την πλατεία του χωριού. Το όνομα όμως παλιόπυργας παραπέμπει σε κάτι το παλιό- προηγούμενο που προϋπήρχε- και μετά δημιουργήθηκε ο άλλος πύργος που κατά παράδοση βρισκόταν πάνω από την πλατεία όπως είπαμε. Το μόνο σίγουρο είναι πως το χωριό την εποχή του 1821 βρισκόταν γύρω από την σημερινή πλατεία με μία επέκταση προς την Ξερόβρυση και όχι στην παλιά του θέση. Έτσι αν θέλουμε να βγάλουμε ένα συμπέρασμα μπορούμε να πούμε πως την πρώτη τουρκοκρατία το χωριό βρισκόταν στην περιοχή της ξερόβρυσης και μέχρι το τέλος της δεύτερης επεκτεινόταν προς τα πάνω.
Η αιτία της μετοίκησης
Ο λόγος αυτής της απότομης επέκτασης το πιθανότερο είναι να ήταν τα πλούσια υπόγεια νερά που υπάρχουν κάτω από το χωριό και τα παλιά χρόνια που δεν υπήρχε δίκτυο ύδρευσης έκαναν κάθε σπίτι και κάθε αυλή να έχει το δικό της πηγάδι. Το νερό είναι ή αιτία κατά την γνώμη μας που έφερε το χωριό στην σημερινή του θέση. Αν εξαιρέσουμε τις γενικότερες μεταναστεύσεις της περιοχής, μιας και είναι δύσκολο έως απίθανο να γνωρίζουμε τι έγινε όλους αυτούς τους αιώνες στο χωριό μας και γύρω από αυτό και γνωρίζοντας τους προγενέστερους οικισμούς ( Λαγού, Κατωχωρι, Τσουκα κ.α.) που υπήρχαν και το νερό είναι λίγο και σε μερικές περιοχές έχει στερέψει ( π.χ. Κατωχώρι και πολύ πρόσφατα στου Λαγού ) μπορούμε να πούμε πως η περιοχή της Ξερόβρυσης ήταν η πιο ελκυστική. Αργότερα όμως με την αύξηση του πληθυσμού ήταν πολύ μικρή. Έτσι έπρεπε να βρουν περισσότερο χώρο με περισσότερο νερό . Ευτυχώς για αυτούς δεν χρειάστηκε να πάνε μακριά μιας και το μέρος πάνω από την ξερόβρυση (όπως την λέμε σήμερα γιατί τότε δεν ήταν ξερή η βρύση) ήταν και είναι πλούσιο σε υπόγεια νερά.
Επίλογος
Έτσι έφτασε το χωριό μας σε αυτή τη θέση με κάποιες οικογένειες να έχουν τη ρίζα τους από την εποχή εκείνη και κάποιες άλλες ( οι περισσότερες ) να έχουν έρθει από άλλα μέρη, πιο ορεινά και πιο άγονα, μετά την απελευθέρωση. Το σημαντικό για μας είναι ότι εμείς πλέον αποτελούμε το παρόν αυτού του χωριού και στα χέρια μας κρατάμε το μέλλον του. Όλοι αυτοί που πέρασαν όλους αυτούς τους αιώνες, το διαμόρφωσαν και το έφτασαν σε αυτή τη θέση αφήνοντας την δική τους σφραγίδα στην πορεία του ανά τους αιώνες. Τώρα, ο Θεός θέλησε εμείς να το έχουμε για να το παραδώσουμε στους επόμενους. Στο χέρι μας είναι το πώς.
.

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Το «μοναστήρι» του Ασκητή (ή Ασκηταριό) στους Γαργαλιάνους.

Η ιστορική πορεία του «Ασκηταριού» των Γαργαλιάνων αρχίζει το έτος 1887 όταν ένας εργάτης γης από το χωριό Σούλος Μεγαλοπόλεως, εμπνεόμενος από ασκητική διάθεση, αποφάσισε να εγκαταβιώσει το υπόλοιπο της ζωής του σε ένα μικρό σπήλαιο της περιοχής.
Αυτός ο εικοσιεπτάχρονος, τότε, εργάτης ονομαζόταν Αθανάσιος Στράγκας, ήταν παντρεμένος και είχε πέντε παιδιά. Ερχόταν χρόνια στην περιοχή των Γαργαλιάνων, δούλευε κατά την άνοιξη ως σκαφτιάς στις σταφίδες και στη συνέχεια επέστρεφε στην οικογένειά του μέχρι την επόμενη εποχή που θα υπάρχουν μεροκάματα για να επανέλθει. Την άνοιξη του 1886 και ενώ βρισκόταν στους Γαργαλιάνους, αρρώστησε από φυματίωση. Ο γιατρός της πόλης Πυλιώτης του συνέστησε να εγκαταλείψει πάραυτα την περιοχή, να επιστρέψει στην οικογένειά του και να μην ξανακατέβει στους Γαργαλιάνους γιατί το κλίμα της περιοχής όχι μόνο δεν τον βοηθά στην θεραπεία του, αλλά είναι και αιτία να υποτροπιάσει.
Οι οικονομικές δυσκολίες ........

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Η θυσία του Καπετάν Άγρα μέσα απο τα δημοσιεύματα της εποχής.



7 Ιουνίου 1907 ύστερα από ολιγοήμερη κράτηση στα χέρια των Βουλγάρων Κομιτατζήδων κατά την οποία υπέστη φρικτά μαρτύρια και εξευτελισμούς ο καπετάν Τέλλος Άγρας βρέθηκε νεκρός κοντά στο χωριό Τέχοβο (σήμερα Καρυδιά) μαζί με τον συναγωνιστή του Αντώνη Μίγκα, κρεμασμένοι και οι δύο από ένα δέντρο καρυδιάς. Στην ελεύθερη τότε Ελλάδα η φήμη του άγγιζε τα όρια του μύθου (όπως άλλωστε όλων των Μακεδονομάχων και κυρίως των καπετάνιων) έτσι ώστε, με τη γνωστοποίηση του μαρτυρικού του θανάτου οι εφημερίδες της εποχής με πρωτοσέλιδα αφιερώματα γνωστοποιούσαν το τέλος του. Η είδηση αυτή έφτασε στην Αθήνα έξι μέρες μετά το μαρτύριο του, καθώς όπως είναι φυσικό οι συνθήκες και η μυστικότητα που επικρατούσε καθ όλη τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα δεν επέτρεπαν την συντομότερη διαρροή ειδήσεων από το μέτωπο, ακόμα και για τόσο σημαντικές εξελίξεις. Σήμερα δημοσιεύουμε ότι γράφτηκε τη πρώτη μέρα αναγγελίας του θανάτου τού καπετάν Άγρα από εφημερίδες της 13ης και 14ης Ιουνίου 1907 των Αθηνών, καθώς και ότι γράφτηκε τις επόμενες μέρες στην υπόλοιπη Ελλάδα και την ομογένεια, όπου έφτανε η είδηση. Δημοσιεύουμε επίσης..........

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Ένα ιστορικό δημοσίευμα για την επανασύσταση του νομού Τριφυλίας και Ολυμπίας.


Η πρώτη διοικητική διαίρεση του Ελληνικού Κράτους που δημιούργησε τους νομούς έγινε το 1833 από την Αντιβασιλεία του Όθωνα. Ο νομός Μεσσηνίας εκτός από τις σημερινές επαρχίες που γνωρίζουμε (πλην της Μεσσηνιακής Μάνης) περιελάμβανε και την επαρχία Ολυμπίας και πρώτη πρωτεύουσα του νομού είχε την Κυπαρισσία. Το 1835 ορίζεται πρωτεύουσα η Καλαμάτα και παραμένει έτσι μέχρι το 1899 που αποκόπτονται οι επαρχίες Τριφυλίας και Ολυμπίας από το νομό Μεσσηνίας και δημιουργούν τον νομό Τριφυλίας με πρωτεύουσα την Κυπαρισσία. Το 1909 διαλύεται ο νομός Τριφυλίας και επανέρχονται ως ξεχωριστές επαρχίες και πάλι στο νομό Μεσσηνίας όπου παραμένουν μέχρι το 1939 που η επαρχία Ολυμπίας εντάσσεται στην Ηλεία.
Οι αντιδράσεις και οι πιέσεις από τοπικούς παράγοντες κυρίως, δεν σταμάτησαν όλο αυτό το διάστημα. Φορείς και πολίτες, κινούμενοι από τοπικιστική διάθεση, έστελναν επιστολές σε πολιτευτές και εφημερίδες για την επανασύσταση του νομού Τριφυλίας. Το αίτημα αυτό ήταν ένα πεδίο ψηφοθηρικού ανταγωνισμού πολύ πρόσφορο. Προεκλογικά όλοι υπόσχονταν την επανασύσταση του νομού ενώ μετεκλογικά «ποιούσαν την νύσσαν». Το αίτημα αυτό έφτασε στο αποκορύφωμα του την προδικτατορική περίοδο ενώ κατά και μετά την δικτατορία εξασθένησε.
Το πνεύμα που επικρατούσε τρεις μήνες μετά τις εκλογές του 1964 ( τις τελευταίες πριν τη χούντα).............

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Μετανάστες από το Βασίλειο των Δύο Σικελιών στους Γαργαλιάνους

Αντιγραφή απο την
εφημερίδα Ελευθερία
17-10-2015 
(έντυπη μορφή)
«Επαναστατικώ δικαίω» μεγάλες εκτάσεις γης που πριν την απελευθέρωση κάθε περιοχής, ανήκαν σε μουσουλμάνους, οθωμανικά ιδρύματα ή στο οθωμανικό κράτος, με την νέα δημιουργηθείσα κατάσταση, περιήλθαν στον έλεγχο του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Ήδη από τους πρώτους επαναστατικούς χρόνους οι προσωρινές κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν τις λεγόμενες αυτές «εθνικές γαίες» ως υποθήκες για τα δάνεια του Αγώνα (1824 και 1825), ενώ στη συνέχεια ο Καποδίστριας και ο Όθωνας κατέβαλαν προσπάθειες για την αξιοποίησή τους. Αυτές απετέλεσαν το κύριο εθνικό κεφάλαιο του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και με αποφάσεις, νόμους και διατάγματα, που συχνά διαδέχονταν ή και συμπλήρωναν το ένα το άλλο, τις διαχειρίζονταν οι κυβερνώντες ανάλογα με τις ανάγκες που καλούνταν να αντιμετωπίσουν. Την περίοδο της Αντιβασιλείας και τα πρώτα έτη της βασιλείας του Όθωνα, που θα μας απασχολήσει εδώ, θεωρήθηκε ως καλύτερη λύση η απαγόρευση της εκποίησης των Εθνικών Κτημάτων (1833), εν συνεχεία όμως εκδόθηκε ο νόμος «περί προικοδοτήσεως των Ελληνικών οικογενειών» (1835) ανοίγοντας στην ουσία ο δρόμος για την εκποίησή τους.
Ο υπολογισμός αυτών των εκτάσεων δεν είναι εφικτός καθώς τα απογραφικά στοιχεία της εποχής δεν είναι ακριβή και σαφή. Παρόλα αυτά, σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορούμε να ξεχωρίσουμε κατά προσέγγιση τα όρια συγκεκριμένων εκτάσεων, ώστε να ορίσουμε με σχετική ακρίβεια την, πάλαι ποτέ, οθωμανική ιδιοκτησία σε μία μόνο περιοχή. Χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση είναι εθνικές γαίες, εξι χιλιάδων στρεμμάτων, στην περιοχή Λιβάρτζι ανατολικά της πόλεως των Γαργαλιάνων όπως την συναντάμε σε σχετική αλληλογραφία στα Γενικά Αρχεία του Κράτους[1] κατά την προσπάθεια παραχώρησής τους σε Έλληνες μετανάστες από το χωριό Βάδεσσα του τότε Βασιλείου των Δύο Σικελιών[2] στην περιοχή της Νάπολης της σημερινής Ιταλίας. .....

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Τριφύλιοι Αγωνιστές εκστρατεύουν στην Πυλία υπο τις διαταγές του Στρατηγού Μήτρου Αναστασόπουλου το 1824




Στά 1824 ακολούθησαν τον Στρατηγό Μήτρο Αναστασόπουλο στην εκστρατεία του στα παράλια της Μεθώνης για την απόκρουση πιθανής αποβάσεως Αράβων, οι εξής αγωνιστές:

Γαργαλιάνοι:
Αναγν. Γιαννόπουλος, Ανδ. Κόρδης, Παν. Γιακουμόπουλος (τώρα Διακουμόπουλος),Διον. Πανταζόπουλος, Χρ. Κουτελίτης, Ιω. Γιακουμόπουλος, Παν. Πετανόπουλος, Σταμ. Σπυρόπουλος, Αναγν. Πουλόπουλος, Καλ. Σταματόπουλος, Αναγν. Λυριτζής, Δημ. Χαλαζωνίτης, Γεώρ. Λαγινάς, Χαρ. Κρεκούκιας,.....

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ιαματικές πηγές του χωριού και του τόπου...

Οι αναβλύζουσες πηγές της ελληνικής φύσης δεν μπορούσαν παρά να παρατηρηθούν από τους ιστορικούς και τους γιατρούς της αρχαιότητας. Ο Ηρόδοτος παρατηρεί πρώτος τα ιαματικά νερά και συνιστά τη λουτροθεραπεία, ενώ ο Ιπποκράτης μελετά τις δράσεις των θερμών και ψυχρών λουτρών στον ανθρώπινο οργανισμό και καθορίζει τις παθήσεις για τις οποίες ενδείκνυται η χρήση τους, ενώ γίνεται η πρώτη κατάταξη των θερμομεταλλικών νερών ανάλογα με το χρώμα, τη γεύση και την οσμή τους. Στη διάρκεια του Μεσαίωνα, που το πνεύμα υποτάσσεται σε δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις, πλήττεται και η υδροθεραπεία. Αναζωογονείται και πάλι στις αρχές του 16ου αιώνα, οπότε και προσεγγίζεται με επιστημονική μεθοδολογία.......

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

7 Ιουνίου 1907 η θυσία του Τέλλου Άγρα. Η ομιλία του Σπ. Π. Κανελλόπουλου το 2012. ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΑΦΙΕΡΩΣΕΤΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΣΑΣ!

Σεβασμιώτατε, Αιδεσιμώτατοι!
Κύριε Περιφερειακέ Σύμβουλε!
Κύριοι Δήμαρχοι των Δήμων Τριφυλίας, Έδεσσας και
Πύλου - Νέστορος!
Κύριοι Δημοτικοί Σύμβουλοι Τριφυλίας!
Κύριοι εκπρόσωποι των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας!
Αγαπητοί Συμπολίτες!
Δεν είμαι ιστορικός, εγώ που σήμερα βρίσκομαι μπροστά σας!
Για τις ιστορικές αναφορές στον Άγρα που θα ακούσετε σήμερα, συμβουλεύτηκα κείμενα του αείμνηστου Γυμνασιάρχη Γαργαλιάνων Σωτηρίου Λυριτζή, του αείμνηστου φιλολόγου στο Γυμνάσιο Φιλιατρών, Θεοδώρου Κανελόπουλου και του νεωτέρου μελετητή της Ιστορίας τού τόπου μας, οδοντιάτρου Θανάση Τερζάκη.
Αποδέχθηκα την πρόταση να εκφωνήσω το σημερινό πανηγυρικό λόγο, νοιώθοντας την υποχρέωση να τιμήσω τη θυσία τού «ιδανικού ήρωα» των παιδικών μου χρόνων! Ήταν τότε, που παιδί των πρώτων τάξεων του Δημοτικού, άκουγα με προσήλωση ό,τι μου διάβαζε ο πατέρας μου, απ' το βιβλίο τής Πηνελόπης Δέλτα με τίτλο: «Στα μυστικά τού βάλτου».
Η συγγραφέας, στο βιβλίο που εκδόθηκε το 1937, αναφέρεται στη δράση δύο ηρώων, που ακούν στα αντάρτικα ψευδώνυμα Τέλλος Άγρας και καπετάν Νικηφόρος. Δεν είναι άλλοι, απ' τον Ανθυπολοχαγό του Ελληνικού Στρατού Σαράντη Αγαπηνό και τονΑνθυποπλοίαρχο Ιωάννη Δεμέστιχα. Στον αγώνα τους, είχαν βοηθούς και συναγωνιστές, τούς Έλληνες αντάρτες, τους κατοίκους των Ελληνικών χωριών, τις δασκάλες και τους ιερείς. ............

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Η τραγική ιστορία του μηχανικού που σχεδίασε την πυραμίδα στο Μανιάκι

Η ιστορία του πολιτικού μηχανικού που σχεδίασε το 1938 την πυραμίδα στο Μανιάκι είναι σχεδόν άγνωστη στους Μεσσήνιους.
Μια ιστορία που θα μπορούσε να γίνει κινηματογραφική ταινία.
Το όνομά του ήταν Νικήτας Σούμπλης του Ιωάννη και είχε γεννηθεί το 1904 στο χωριό Νέδουσα της Μεσσηνίας.
Τον σπούδασε πολιτικό μηχανικό με τεράστιες θυσίες ο αδερφός του Θανάσης Σούμπλης στη Γαλλία και αργότερα στην Αμερική.
Επέστρεψε στην Ελλάδα και ανέλαβε προϊστάμενος της μηχανικής υπηρεσίας δήμων και κοινοτήτων Μεσσηνίας.
Πολλά έργα στη Μεσσηνία φέρνουν την υπογραφή του.
Την περίοδο της κατοχής συνελήφθη από τα γερμανικά στρατεύματα και οδηγήθηκε στις φυλακές της Τρίπολης. ...........

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Ο ζωγράφος Κώστας Γλιάτας (1909-1994)


Ο Άγιος Εφραίμ.
Αφιέρωμα του καλλιτέχνη Κ. Γλιάτα
στον ενοριακό ναό Πύργου Τριφυλίας
Γεννημένος στη Χώρα Τριφυλίας στις 20 Αυγούστου του 1909, ο Κώστας Γλιάτας σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα επιζητώντας να πραγματοποιήσει το δικό του όνειρο ζωής, την έκφραση μέσα από τη ζωγραφική τέχνη. Αρκετοί δάσκαλοί του, όμως, φορείς του ακαδημαϊκού στυλ, το οποίο ήταν ξένο στη δική του ιδιοσυγκρασία, δεν βρήκαν ιδιαίτερη απήχηση στο καλλιτεχνικό του προφίλ. Ο Κώστας Γλιάτας, δεχόμενος γόνιμες επιρροές από τον μεγάλο δάσκαλο της αγιογραφίας, Φώτη Κόντογλου, και τον ξάδελφό του και πιστό συνεργάτη του μεγάλου δημιουργού, Γεώργιο Γλιάτα, θα αναπτύξει μια σύνθετη καλλιτεχνική δραστηριότητα την οποία θα αποκαλύψει στα θέματά του. Δεν τον ενδιαφέρει η κοσμική στάση στη ζωγραφική, παρόλο που την γνωρίζει και την έχει δουλέψει αρκετά. Δεν είναι ούτε ρεαλιστής ούτε μοντέρνος. Είναι παραστατικός χωρίς να είναι λαϊκιστής ή «αφελής» (naif).
Μέσα από ένα πλούσιο εικονογραφικό σύνολο, το οποίο κληροδότησε στην έδρα του Δήμου Νέστορος, τη Χώρα Μεσσηνίας, που αποτελεί και χώρο καταγωγής του, ο Κώστας Γλιάτας μάς αποκαλύπτει μια καλειδοσκοπική εικαστική πρόταση καταγράφοντας εντυπωσιακές θαλασσογραφίες, ειδυλλιακά τοπία και «ζωντανές» ηθογραφικές σκηνές...............

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

O Μπάρμπα Φώντας από τη Βάλτα 102 χρονών.

Γεννημένος στις 15 Αυγούστου του 1911, ο Ξενοφών Λίτσας στα 102 του χρόνια ζει σήμερα στη Βάλτα Τριφυλίας. Εχοντας στις πλάτες του περισσότερο από έναν αιώνα και έχοντας ζήσει πολλές σημαντικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας αυτής της χώρας, είναι ίσως ο γηραιότερος άνθρωπος στη Μεσσηνία. Τον συναντήσαμε μια ηλιόλουστη μέρα του χειμώνα στο χωριό του, όπου έχοντας ντυθεί καλά απολάμβανε τη ζεστασιά του ήλιου καθισμένος στο μπαλκόνι του σπιτιού του. Με μνήμη που θα τη ζήλευαν πολλοί νεότεροί του, μας μίλησε για διάφορες στιγμές της ζωής του. Μας διηγήθηκε ότι γεννήθηκε στη Βερεστιά, που είναι πάνω από τη Μεταξάδα. Παντρεύτηκε το 1940 και έκανε 5 παιδιά. Στο χωριό του μας είπε ότι είχαν πρόβατα......................

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Πώς το τρένο δεν πήγε σε Γαργαλιάνους - Πύλο

Στην επικαιρότητα το θέμα της Ολυμπίας Οδού και δίνει μια ευκαιρία να θυμηθούμε μια άλλη παρόμοια ιστορία, αυτή του τρένου που θα έφθανε μέχρι την Πύλο. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση του δικτύου μέχρι την Καλαμάτα στα τέλη του 19ου αιώνα, τέθηκε το ζήτημα της επέκτασης του δικτύου προς τους Γαργαλιάνους. Μαρτυρίες για το θέμα αυτό, βρίσκουμε στα "Πρακτικά της Βουλής" το 1904.
Ειδικότερα στις 17 Φεβρουαρίου 1904 ο πρόεδρος της Βουλής διάβασε "αναφοράν του λαού των Φιλιατρών εν συλλαλητηρίω συνελθόντος και εκφράζοντος την ευχήν προς την Κυβέρνησιν, όπως επεκταθή η σιδηροδρομική γραμμή Κυπαρισσίας μέχρι Γαργαλιάνων".
Και την αμέσως επόμενη ημέρα με έγγραφό τους οι βουλευτές Πονηρόπουλος, Κεφαλάς, Κοκκέβης (Τριφυλίας) και Σάκκης (Πυλίας) "συνηγορούσι θερμώς υπέρ του ...........................

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΣΤΟΝ ΠΥΡΓΟ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ

ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ ΚΑΙ ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ 1976

Το βιβλίο αυτό θα σου μιλήσει για την ιστορία του Μοναστηριού. Από την αρχή, θα πρέπει να σου πούμε, πως το Μοναστήρι αυτό δεν είναι από κανένα από εκείνα τα μεγάλα Μοναστήρια, τα ξακουστά στην Ελλάδα, που είναι παμπάλαια και ιστορικά , που τα επισκέπτονται χιλιάδες προσκυνητές κάθε χρόνο, όπως π.χ. της Τήνου, της Εκατονταπυλιανής στην Πάρο, του Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα ή της Παναγίας του Σουμελά ή του Προυσού. Όλα αυτά είναι πολυτίμητα Ιερά Προσκυνήματα και έχουν πολλά προσφέρει στην πνευματική ζωή του Ελληνικού λαού και της Εκκλησίας μας.

Το Μοναστήρι που θα περιγράψουμε είναι μικρό. Μικρό σε κτίρια ,νέο στη δράση, ολιγάριθμο σε Μοναχές. Όμως τι σημασία έχει αυτό; « Αστέρι από αστέρι διαφέρει ως προς τη λάμψη, λέει ο Απόστολος Παύλος, άλλη είναι η λάμψη του ήλιου και άλλη η λάμψη της σελήνης». Όμως το στερέωμα του ουρανού το συνθέτουν όλα μαζί και όλα μαζί φτιάχνουν την ωραιότητα του. Όπως επίσης σε έναν κήπο ή μια ανθοδέσμη. Μεγάλα ονομαστά άνθη μαζί με μικρότερα , κατάλληλα ταιριασμένα και με την πρασινάδα, ακόμη, στολίζουν το ανθοδοχείο μας και μας ευωδιάζουν με το κράμα των αρωμάτων τους.

Είναι ακόμη και κάτι άλλο, που το είπε ο Χριστός « Όσοι είσθε μικρό ποίμνιο, μη φοβείσθε» και πάλι η Αγ. Γραφή λέγει: « Με λίγο προζύμι ζυμώνεται ολόκληρο το ζυμάρι». Κι αυτά όλα, σημαίνουν πως η δύναμη της πίστεως κάνει θαύματα και στον μικρό και στο μεγάλο, και στον δυνατό και στον ασθενή. Το μικρό ημπορεί να μεγαλώσει , αν κρύβει μέσα του δύναμη.

Γι’ αυτό λοιπόν, το Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου στον Πύργο Τριφυλίας θα σου μιλήσουμε εδώ.

Για να γράψω το ιστορικό του μικρού Μοναστηριού ήρθε και με παρακίνησε η Ηγουμένη Μελάνη. Κι εγώ δεν ήταν δυνατό να αρνηθώ. Σαν Επίσκοπος και Ποιμήν της Τριφυλίας και Ολυμπίας , της Μητροπόλεως, που πριν από το 1833 έφερε τον τίτλο Χριστιανουπόλεως, αλλά και σαν Πνευματικός Πατέρας της Αδελφότητος της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Πύργου Τριφυλίας, εθεώρησα καλόν να γίνει γνωστή στην Μητρόπολη και έξω απ’ αυτήν, σε όσους αγαπούν τις ιερές αυτές επάλξεις της Εκκλησίας μας. Αφού άλλωστε η ενέργεια αυτή είναι προς δόξαν Θεού και θα αποδώσει καρπούς πλουσίους στις ψυχές των αναγνωστών του βιβλίου, οι οποίοι θα εκτιμήσουν την προσφορά των Ιερών Μονών μέσα στη σύγχρονη πολυτάραχη κοινωνία και θα πλησιάσουν περισσότερο τον Σωτήρα του κόσμου, τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, και θα αγαπήσουν πιο πολύ την Αγία Ορθόδοξον Εκκλησίαν μας , με τους πολύτιμους πνευματικούς θησαυρούς της και τις αιώνιες παρακαταθήκες της, που απειλούν την πιο χρυσή ελπίδα και αστείρευτη δύναμη στον άνθρωπο και στο Έθνος.




ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ


Για το Μοναστήρι θα μιλήσουμε, αλλά «Μοναστήρι» θα πει Εκκλησία , που περιτριγυρίζεται από κελλιά περιμανδρωμένα, και που μέσα σ΄ αυτό το συγκρότημα μένουν για πάντα, μακρυά από τον κόσμο, αφιερωμένοι άνθρωποι, είτε άνδρες είτε γυναίκες.

Όταν λέμε «αφιερωμένοι άνθρωποι» εννοούμε προκειμένου για Μοναχούς και Μοναχές, ότι, από ζωηρό πόθο να πλησιάσουν πιο κοντά τον Θεό και να εξαγνίσουν περισσότερο τις ψυχές των με αγιότητα, αρνήθηκαν τα εγκόσμια και το γάμο, τις συναναστροφές και τους περισπασμούς της κοινωνίας και έφυγαν πηγαίνοντας κοντά σε άλλους, με τον ίδιο πόθο και τον ίδιο σκοπό, έξω, σε μια ερημιά, σε ένα βουνό ή κάπου αλλού.

Μέσα για να επιτύχουν τον σκοπόν τους, είναι η προσευχή, η νηστεία, η εγκράτεια, η μελέτη, η

εργασία. Συχνή Θεία Κοινωνία και Εξομολόγηση, αγρυπνία, η υπακοή και η σιωπή, η ταπείνωσις και η ακτημοσύνη, όλα μαζί, και καθένα χωριστά, είναι τα μέσα για την επιτυχία του μεγάλου και δύσκολου αγώνα.



Επιδιώκουν να αποβάλουν τις επιθυμίες της σαρκός, τον « παλαιό – όπως τον ονομάζει η χριστιανική διδασκαλία- άνθρωπο», και να αρέσουν εις τον Σωτήρα Χριστόν, τον Νυμφίο τους. Όπως λέγει ένα τροπάριο της Εκκλησίας, ο Μοναχός πρέπει να υποτάσσει τα ευτελή πράγματα εις τα άριστα και να υποδουλώνει τη σάρκα εις το πνεύμα, το σώμα εις την ψυχήν, την ύλην εις το πνεύμα, την γην εις τον ουρανόν, τα πρόσκαιρα εις τα αιώνια, τα βλεπόμενα εις τα μη βλεπόμενα. Αυτά , όλα – πρέπει να ομολογήσουμε- δεν κατορθώνονται μέσα εις τον «κόσμον». Είναι πολύ δύσκολα να γίνουν και εις αυτόν ακόμη τον Μοναχικόν βίον, γιατί η ανθρώπινη φύσης είναι εξασθενημένη, έχει την ροπή προς το κακό, οι δε πειρασμοί είναι μεγάλοι ακόμη και μέσα εις το Μοναστήρι, γιατί ο αόρατος πόλεμος υπάρχει και μέσα σ’ αυτό.

Είναι λοιπόν η αληθινή και γνήσια Μοναχική ζωή, σκληρός και συνεχής αγώνας.

Δεν ωφελούν μονάχα τον εαυτόν τους οι Μοναχοί, ωφελούν και την Κοινωνία.

Πρώτα με τις προσευχές τους, με το κομποσχοίνι τους, με τις γονυκλισίες και τις μετάνοιες παρακαλούν και ικετεύουν τον Θεό για την ειρήνη του κόσμου, για την υγεία των ανθρώπων, για την ασφάλεια, «πλεόντων , οδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αιχμαλώτων», για τους καλούς καιρούς και αέρας, για την ευφορία των καρπών της γης για την ένωση όλων των ανθρώπων. Προσεύχονται για την ανάπαυση των ψυχών των κεκοιμημένων. Προσεύχονται. Και για ποιο πράγμα δεν προσεύχονται!

Όταν εσύ, ο κοσμικός δεν ημπορείς να κάμεις την προσευχή σου, ο Μοναχός προσεύχεται για σένα. Έπειτα είναι και οι ευεργεσίες στους ανθρώπους. Πόσα Μοναστήρια δεν συντηρούν ορφανοτροφεία και γηροκομεία; Σε κάθε Μοναστήρι ο προσκυνητής, ο οδοιπόρος, ο φτωχός θα βρει φιλοξενία και στοργή. Πάνω από όλα θα βρει πνευματικό νερό να ξεδιψάσει την ψυχή του με τις κατανυκτικές Λειτουργίες και Ακολουθίες, με το προσκύνημα στα Ιερά Λείψανα, τα κειμήλια, τα αγιάσματα, τις σεπτές και θαυματουργές εικόνες του Χριστού και της Παναγίας, των Αγίων μας. Μη ξεχνάτε πόσα πρόσφεραν τα Μοναστήρια στις δύσκολες περιστάσεις του Έθνους, πως αυτά κράτησαν άσβηστη την σπίθα της πίστεως στον Χριστό και την Ελλάδα. Ότι, όταν δεν υπήρχαν σχολεία, οι καλόγεροι μάθαιναν στους Ελληνόπαιδες «γράμματα σπουδάγματα, του Θεού τα πράγματα» στα Κρυφά σχολειά.

Όχι, η Μοναχική ζωή δεν είναι φυγή από τις υποχρεώσεις. Είναι ανάληψη «πανοπλίας του Θεού» για μάχες μεγάλες και θυσίες ανώτερες. Ας μη φοβόμαστε! Δεν χάνει η κοινωνία αν μερικοί νέοι ή κοπέλες ή άλλοι άνθρωποι γίνουν Μοναχοί. Κερδίζει η Κοινωνία πολλά, πάρα πολλά. Και είναι και λογικό, το να αφιερώνονται μερικοί στην Μοναχική ζωή. Γιατί ημπορεί ένας να μείνει άγαμος, για να αφιερωθεί στην εξερεύνηση μιας επιστήμης; Γιατί ένας με υποχρεώσεις πολλών αδελφών κοριτσιών, που πρέπει πρώτα να τις αποκαταστήσει, γερνά χωρίς να έχει κάμει δική του οικογένεια; Και δεν μπορεί ένας ή μια να διαθέσει την ζωή του και το μέλλον του σε ένα τέτοιο σκοπό, όπως η Μοναχική ζωή, σκοπό, που ούτε κανένα βλάπτει , που δεν είναι κακός, αλλά αντίθετα είναι άγιος και ιερός;

Αλλά νομίζομε, πως όσο είπαμε είναι αρκετά για μια σύντομη απάντηση σε μια απορία, που ίσως, δημιουργηθεί σε μερικούς αναγνώστες γύρω από την αναγκαιότητα των Μοναστηριών.



Η ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ

Η Ιερά Γυναικεία Μονή Τιμίου Προδρόμου, βρίσκεται στον Πύργο της Επαρχίας Τριφυλίας, του Νομού Μεσσηνίας. Ο Πύργος είναι μια κωμόπολις, έξι χιλιόμετρα μετά τους Γαργαλιάνους, πάνω στο δρόμο που φέρνει προς την Χώρα και από εκεί στην Πύλο. Το Μοναστήρι είναι κτισμένο ακριβώς εκεί που τελειώνουν τα σπίτια του Πύργου, δεξιά του δρόμου προς τη Χώρα και πίσω από τον Ενοριακό Ναό του Πύργου, που τιμάται εις το Γενέσιον της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου) και έχει ανεγερθεί το έτος 1870. Εκεί κοντά είναι και το κοιμητήριο της κωμόπολις.

Είναι μια θαυμάσια τοποθεσία. Από το Μοναστήρι απολαμβάνει κανείς, ανατολικά την οροσειρά του Αιγάλεω που είναι κατάφυτος, από δρυς με το εκκλησάκι της Αγίας Κυριακής στη υψηλότερη κορυφή του. Πιο νότια από το Μοναστήρι βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος Βολιμίσια, όπου έγιναν ανασκαφές και έφεραν στην επιφάνεια περισσότερους από τριάντα οικογενειακούς τάφους της Ομηρικής Εποχής, τα Ανάκτορα του Νέστορος και τα άλλα σπουδαία ευρήματα που έχουν εκτεθεί στο αρχαιολογικό Μουσείο της Χώρας.

Προς Νότο βλέπει κανείς την Πύλο, με το Ενετικό φρούριο της, το ιστορικό λιμάνι που κλείνει προστατευτικά η επίσης ιστορική νησίδα Σφακτηρία. Δυτικά σε απόσταση δώδεκα χιλιόμετρα από τη Μονή εκτείνεται θεαματικά το Ιόνιο Πέλαγος και πιο μακριά όταν ο ορίζων είναι καθαρός, ημπορεί να δει κανείς τις Στροφάδες και πιο βόρεια απ’ αυτές τη Ζάκυνθο, το αγιασμένο από τον Άγιο Διονύσιο νησί.

Αληθινή μεταρσίωση, που φέρνει τελείως φυσικά και αυθόρμητα στα χείλη του πιστού προσκυνητού, « Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας».







ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

Δεν είναι υπερβολή αν πούμε πως το Μοναστήρι, μετά τον Θεόν και τον Άγιο, είναι έργο της ευσεβούς σημερινής Ηγουμένης Γερόντισσας Μελάνης.

Η Μελάνη ήταν ακόμη 14 ετών. Δύο χρόνια πριν είχε χάσει τον πατέρα της και έμεινε ορφανή, κοντά στην ευσεβή μητέρα της που την έλεγαν Αννέτα. Η Μελάνη λεγόταν Φωτεινή Στασινοπούλου και είχε έξι αδέλφια, όλα αγόρια. Περνούσαν όλοι ήσυχα και φτωχικά. Η Φωτεινή βοηθούσε όσο μπορούσε το σπίτι. Πήγαινε και στο πατρικό αμπέλι, που βρισκόταν κοντά στην Εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, λίγο πιο πέρα από το σημερινό Μοναστήρι. Μια μέρα που δούλευε στο αμπέλι, βλέπει μπροστά της, σαν οπτασία έναν άνθρωπο. Ξαφνιάστηκε, γιατί δεν περίμενε σ΄αυτή τη θέση να εμφανισθεί κανείς.

- Ποιος είσθε; Τι θέλετε; Ρώτησε η Φωτεινή.

- Είμαι ο Πρόδρομος Ιωάννης ο Βαπτιστής. Εσύ, παιδί μου, θα γίνεις Μοναχή και θέλω από σένα να μου κτίσεις την εκκλησία μου.

Αυτά είπε ο άνθρωπος και έγινε άφαντος. Η Φωτεινή έτρεξε να το πει στη μητέρα της, από εκείνη δε την ημέρα μεγάλωσε μέσα της ο πόθος να γίνει καλόγρια, και στην προσπάθεια να βρει σε ποιο Μοναστήρι θα πάει, σκέφτηκε το Μοναστήρι της Τήνου στο Κεχροβούνι. Την απόφαση αυτή έτρεξε να την ανακοινώσει στον Ιερέα του Πύργου παπά - Γιώργη Τσώλη, ο οποίος της συνέστησε να πάει στην Κυπαρισσία για να συμβουλευθεί τον τότε Μητροπολίτη Τριφυλίας και Ολυμπίας Γαβριήλ.

Με προσοχή άκουσε ο Δεσπότης την Φωτεινή. Έπειτα της είπε:

- Όχι παιδί μου. Δεν θα πας αλλού. Θα μείνεις στον Πύργο και θα κτίσεις εκεί Μοναστήρι.

Τότε ήρθαν στο νου της Φωτεινής τα λόγια που άκουσε από τον άνθρωπο της οπτασίας, τον Τίμιο Πρόδρομο, που της ζήτησε να οικοδομήσει τον Ναό του.

Έτσι η Φωτεινή γύρισε στον Πύργο και άφησε κάθε ιδέα για να πάει μακριά σε Μοναστήρι.

Πέρασαν μερικά χρόνια από τότε. Ήρθε ο πόλεμος του 1912-1913. Όλα και τα έξι αδέλφια της Φωτεινής πήγαν στο μέτωπο. Έμεινε μόνη με τη μητέρα της στο σπίτι. Πάντα όμως γύριζε στο νου της ο πόθος να γίνει Μοναχή. Πως όμως;

- Στο ερώτημα της και τη μεγάλη απορία της, ήρθε πάλι η απάντηση.

Μια μέρα η Φωτεινή ήταν στο κτήμα και έβοσκε τη γίδα. Ξαφνικά της εφάνηκε ότι άνοιξαν οι ουρανοί και παρουσιάσθηκε μπροστά της ένας λαμπρός και όμορφος νέος ο οποίος της είπε:

- Ιδού ο Βασιλεύς.

Η Φωτεινή έμεινε άναυδη. Στεκόταν όρθια χωρίς να μπορεί να συνέλθει. Άρχισε να σκέπτεται πολλά και κυρίως, έφερε μπροστά της, νοερά τα αδέλφια της. Της φαινόταν ότι τα έβλεπε να πολεμούν. Όμως γιατί έβλεπε μόνο τα πέντε αδέλφια της; Που ήταν ο έκτος αδελφός;

Πέρασε κι αυτό. Γύρισε στο σπίτι. Δεν είπε τίποτε σε κανένα. Ασχολήθηκε με τις οικιακές εργασίες, όλο όμως ο νους της εγύριζε στο Μοναστήρι. Θα γινόταν καλογρηά. Αλλά πως;

Θα ήταν μόνη της; Δεν θα είχε και καμιάν άλλη για συντροφιά; Ποια θα μπορούσε να ήταν αυτή;

Αλλά να που στο μυαλό της ήρθε η μορφή μιας κοπέλας από το χωριό, που τη γνώριζε και την αγαπούσε.

- Ω να είπε.. Ίσως έρθει κι αυτή να γίνει Μοναχή. Πράγματι, μετά από μερικά χρόνια,

η νέα εκείνη που την έλεγαν Παναγιώτα Κάπου, έγινε καλογρηά με το όνομα Χριστονύμφη.

Σε ποιο Μοναστήρι όμως θα γινόταν; Άλλο πάλι τούτο το ερώτημα.

- Θα γίνεις καλογρηά στο χωριό σου και θα φτιάξεις την Εκκλησία του Προδρόμου,

γιατί εκεί έχει ο Προφήτης το θρόνο του - άκουσε να της λέει σε οπτασία κάποια φωνή. Και συνέχισε:

- Μην απορείς για όσα ακούς και βλέπεις. Έρχεται εποχή και θα χαρισθούν τα αγροτικά

χρέη που έχετε στο σπίτι. Το σιτάρι θα είναι πάμφθηνο.

Η φωνή σταμάτησε να μιλά. Η Φωτεινή ήταν βεβαία ότι ο Χριστός και ο Τίμιος Πρόδρομος την καλούσαν να προχωρήσει στον άγιο πόθο της.

Εκείνες τις ημέρες έφτασε στον Πύργο ο Μητροπολίτης Τριφυλίας και Ολυμπίας Γαβριήλ. Η Φωτεινή ανακοίνωσε σ’ αυτόν όσα είδε και άκουσε στις οπτασίες της. Κι εκείνος της είπε:

- Εύγε παιδί μου. Σου δίνω της ευλογία μου να πραγματοποιήσεις τα σχέδια σου, να

οικοδομήσεις την Εκκλησία του Τίμιου Πρόδρομου, εδώ στο χωριό σου.

Σε ποιο όμως σημείο θα πραγματοποιούταν ο σκοπός;

Ο Δεσπότης κάλεσε τους πιο ηλικιωμένους και τους ρώτησε που ήταν ο παλιός Ναός του Τιμίου Προδρόμου, για να ανοικοδομηθεί. Κι εκείνοι του έδειξαν τη θέση, όπου παλαιά ήταν κοιμητήριο με εκκλησάκι του Προδρόμου.





- Εδώ, λοιπόν, Φωτεινή θα κτίσεις το Μοναστήρι και την Εκκλησία, είπε τελικά ο Δεσπότης.

Και το Μοναστήρι με την Εκκλησία του Προδρόμου κτίσθηκαν εκεί που είναι σήμερα. Τον ίδιο εκείνο καιρό ο Δεσπότης, αείμνηστος Γαβριήλ, μετά από μια λειτουργία του στον Πύργο κάλεσε την Φωτεινή και της είπε:

- Φόρεσε τα ράσα. Από σήμερα είσαι Δόκιμος Μοναχή.

Η Φωτεινή, γεμάτη χαρά γιατί ο Θεός και ο Τίμιος Πρόδρομος την είχαν αξιώσει να πραγματοποιήσει τον ιερόν πόθο της, αποφασίζει να προχωρήσει με όλες τις δυνάμεις της στην ανέγερση της Εκκλησίας της Μονής, εκεί που της υπέδειξε ο Δεσπότης.

Έπρεπε όμως να αγορασθεί το οικόπεδο. Δεν ήταν δικό της. Οι χρηματικές οικονομίες της Φωτεινής ήταν ελάχιστες. Παρά ταύτα αποφασίζει και αγοράζει ένα μικρό κομμάτι γης. Εκεί κτίζει το πρώτο κελί, και μαζί με την μητέρα της εγκαθίστανται σ’ αυτό. Αυτό έγινε καλή αρχή για να έλθουν και άλλες νέες κοπέλες με τον ιερόν πόθον της μοναχικής ζωής κοντά στην Φωτεινή. Έτσι δημιουργήθηκε ο πρώτος πυρήνας αδελφών της Μονής.

Σε ένα, όμως κελί, δεν ήταν δυνατόν να στεγασθούν τόσες ψυχές. Έπρεπε να κτισθούν και άλλα. Πως όμως; Χρήματα δεν υπήρχαν για να αγορασθούν υλικά. Σοβαρό το πρόβλημα, αλλά η Φωτεινή δεν αποθαρρύνεται. Παροτρύνει και τις άλλες και όλες μαζί με πρωτοστατούσα την Φωτεινή με κάρο και αραμπάδες , που τα οδηγεί η ίδια, φέρνουν πέτρες, άμμο και άλλα υλικά για την οικοδομή. Κοπιάζουν και μοχθούν πολύ, γιατί, ούτε η Φωτεινή, ούτε και οι άλλες αδελφές, είναι πολύ καλά στην υγεία τους. Αισθάνονται όμως, να τις ενδυναμώνει ο Χριστός και ο Τίμιος Πρόδρομος. Η Φωτεινή με τρομερούς πόνους οδηγεί το κάρο με τα υλικά και οραματίζεται το Μοναστήρι που θα κτισθεί. Σκέπτεται, ότι για το έργο αυτό, αξίζει κάθε θυσία. Άλλωστε έχει και την ηθική συμπαράσταση της καλής μητέρας της, που παρά τα γηρατειά της, είναι και εκείνη ενθουσιώδης και συντρέχει την θυγατέρα της εις την προσπάθεια, τόσο πολύ, ώστε η κλονισμένη υγεία της επιταχύνει το θάνατο, και μετά από λίγο καιρό, κουρασμένη μα ευχαριστημένη φεύγει από τον μάταιο τούτο κόσμο για τους Ουρανούς. Η Φωτεινή μένει μόνη της, αλλά ο Χριστός δεν την εγκαταλείπει.

Τώρα έρχεται κοντά της η ευσεβής νέα Αγγελική Ζόμπολα και η κοπέλα εκείνη που είχε δει στην οπτασία της. Ολίγον κατ’ ολίγον η Αδελφότης αυξάνεται σε έξι Μοναχές, όλες από τον Πύργο της Τριφυλίας. Τι ευλογία για ένα χωριό!

Όλες με μια ψυχή εργάζονται σκληρά να κτίσουν νέα κελία. Στη δαπάνη του έργου αυτού διαθέτουν και αυτά ακόμα τα μικρά μερίδια σε κτήματα, που πήραν από τις οικογένειές των. Εργάζονται για να εξοικονομούν την συντήρηση των. Εργάζονται πολύ. Και ο Κύριος τις βοηθεί. Αυξάνει το μοναχικό ζήλο τους, αυξάνει τον αριθμό τους. Γίνονται δεκατρείς αδελφές. Αγαπημένες όλες μεταξύ των, αισθάνονται και βλέπουν φανερά τα θαύματα του Θεού. Κάθε μέρα και ένα καινούργιο θαύμα, μια απόδειξη της αγάπης του Θεού. Ακόμη και την έλλειψη νερού έρχεται να καλύψει η πρόνοια του καλού Θεού.

Γιατί νερό δεν υπήρχε σταγόνα. Κι’ αυτό στενοχωρούσε αφάνταστα τις Μοναχές και δυσχέραινε τη συντήρηση τους και τα έργα τους.

Ώσπου μια μέρα, το νερό το φανέρωσε ο Τίμιος Πρόδρομος. Στην αυλή του Μοναστηριού οι Μοναχές μόνες τους να σκάβουν. Αφού δεν είχαν χρήματα για να πληρώσουν εργάτες, παίρνουν μόνες τους τον κασμά και τα φτυάρια. Και το θαύμα έγινε έπειτα από πολλούς κόπους και ιδρώτες πολλούς. Άφθονο νερό έρχεται στην επιφάνεια του πηγαδιού, που ποτίζει όχι μόνο τις Μοναχές αλλά και τους επισκέπτες της Μονής. Έτσι έφυγε από την ψυχή τους και μια άλλη μεγάλη στενοχώρια.

Τώρα η Φωτεινή και όλες μαζί οι αδελφές αισθάνονται επιτακτική την υποχρέωση να αρχίσουν να κτίζουν την Εκκλησία. Είναι πια καιρός. Αλλά πως; Με τι χρήματα;

Και όμως και εδώ βοηθεί ο Θεός. Είπαμε παραπάνω, ότι στην οπτασία της η Φωτεινή, η μετέπειτα Μελάνη Μοναχή, είχε δει μόνο τους πέντε αδελφούς της να πολεμούν στο Μέτωπο. Δεν είχε δει τον έκτο τον Μανώλη, γιατί ο αδελφός της αυτός είχε σκοτωθεί. Έπεσεν υπέρ Πατρίδος. Η Φωτεινή δεν το είχε ακόμη πληροφορηθεί. Αυτός ο αδελφός , που ήταν μεγαλύτερος από την Φωτεινή, όταν ήταν μικρός έλεγε:

- Όταν μεγαλώσω θα φτιάξω εκκλησία και θα φέρω μια καμπάνα, που όταν ψάλλουν την « Τιμιωτέραν» θα σείεται ο τόπος.

Και ήρθαν έτσι τα πράγματα , όπως τα είχε προβλέψει ο Μανώλης. Βέβαια δεν ήταν ο ίδιος που τα αγόρασε και τα ετοποθέτησε. Αλλά με την πολεμική αποζημίωση που πήρε η Μοναχή Μελάνη σαν αδελφή του θύματος από την Πατρίδα, το τάμα του Μανώλη μπόρεσε να γίνει.

Πάνω από εικοσιπέντε χιλιάδες δραχμές, ολόκληρη δηλαδή η πολεμική αποζημίωση έγινε το πρώτο κεφάλαιο για να αρχίσει οικοδομή του Ναού.

Αλήθεια! Δεν είναι αυτή προφητεία του ήρωος αδελφού, τα λόγια που έλεγε στην μικρότερη αδελφή του για το Ναό, που θα έκτιζε και την καμπάνα που θα τοποθετούσε;

Δεν ήταν δε μόνο η αποζημίωση, την οποία διέθεσε η Μοναχή Μελάνη για την ανέγερση του Ναού. Διέθεσε και διαθέτει ακόμη για την Μονή και την μηνιαία σύνταξή της, όλα δε αυτά αποτελούν το καλύτερο Μνημόσυνο για την ψυχή του πεσόντος Μανώλη Στασινόπουλου, που είθε να αναπαύεται μετά των δικαίων.

Η Εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου σιγά σιγά προχωρούσε. Η επίμοχθη εργασία της αδελφότητος συνεχιζόταν έως ότου το 1932 ετελείωσε και τον χρόνο εκείνο, στις 18 Σεπτεμβρίου, ο Μητροπολίτης Τριφυλίας και Ολυμπίας Ανδρέας ετέλεσε τα εγκαίνια, αφού κατέθεσε κάτω από την Αγία Τράπεζα ιερά λείψανα του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, του Αγίου Τρύφωνος και του Αγίου του Ευσταθίου του Πλακίδα.

Ο Ναός είναι δισυπόστατος και τιμάται επ΄ ονόματι του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, εις το Γενέσιον αυτού 24 Ιουνίου και επ΄ ονόματι του Αγίου Ιερομάρτυρος Βαβύλα, ο οποίος εμαρτύρησε το έτος 251 μ.Χ. και εορτάζεται εις τας 4 Σεπτεμβρίου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, στις δαπάνες για την ολοκλήρωση της οικοδομής του Ι. Ναού και την διακόσμηση του επήραν μέρος και όλες οι αδελφές της Μονής, που αφιερώθηκαν εις το Μοναχικόν βίον από ζήλο τους αλλά και με την προτροπή και το καλό παράδειγμα της Μοναχής Μελάνης Στασινοπούλου, η οποία εχειροθετήθει Μοναχή, με την εντολή του Μητροπολίτη Τριφυλίας και Ολυμπίας Ανδρέου υπό του Ιερομονάχου Σωφρονίου, ο οποίος εφημέρευε σε ενορία της Χώρας.

Η Μοναχή Μελάνη από την αρχή έως σήμερα, με τας ευλογίας των εκάστοτε Μητροπολιτών επιτέλεσε και επιτελεί άριστα και με βαθιά πνευματικότητα χρέη Ηγουμένης.

Μετά την οικοδομή του Ναού και παράλληλα προς αυτήν, εκτίζοντο και τα κελιά των Μοναχών. Στην αρχή εκτίσθει το κτίριο το οποίο είναι προς Βορρά. Έπειτα έγινε η επέκταση του με την αύξηση του αριθμού των κελιών, εκτίσθηκε ο άνω όροφος και έγιναν βοηθητικοί χώροι και προσθήκες μέχρι τελευταία, όπου εκτίσθει το κωδωνοστάσιον του Ναού, η καμπάνα του οποίου, με το γλυκύ ήχο της, καλεί στην Εκκλησία τους Πυργιώτες και συμβολίζει την γλυκειά φωνή του Θεού, ο Οποίος με την Εκκλησία του συντηρεί, τρέφει, αγιάζει με λόγο και με τα Μυστήρια τις ψυχές και την ζωή όλων των ανθρώπων.



ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ



Πολλά είναι τα θαύματα, που έχει δείξει εις όλον τον κόσμον ο Μέγας Προφήτης, «ο μείζων εκ γεννητοίς γυναικών», ο καρπός της πίστεως και της ευσεβείας του Ζαχαρίου και της Ελισάβετ. Εκείνος, ο οποίος είχε την μεγάλην τιμήν και κλήσιν από το Θεόν, να βαπτίσει τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν, εις τον Ιορδάνη Ποταμό, να ιδή το Άγιον Πνεύμα να κατεβαίνει από τον Ουρανόν επάνω στον Χριστόν και να ακούσει την φωνή του Επουρανίου Πατρός να λέγει, « ούτος έστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα».

Τα θαύματα του Τιμίου Προδρόμου δεν έλειπαν και στο Μοναστήρι του, στον Πύργο. Ιδού μερικά από αυτά:

Κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής και μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος (1941-1944 και μέχρι το έτος 1946) το Μοναστήρι πέρασε δύσκολες ημέρες. Οι αντάρτες πήραν από αυτό, το άλογο και την καμπάνα της Εκκλησίας. Οι αδελφές της Μονής έτρεξαν εδώ και εκεί για να τα εύρουν και να τα φέρουν στο Μοναστήρι. Σαράντα ημερονύκτια ταλαιπωρήθηκαν αφάνταστα.

Έφθασαν ακόμη και μέχρι την Σπάρτη, αναζητώντας τα. Οι αντάρτες δεν έβλεπαν με καλό μάτι αυτή την εναντίωση των αδελφών. Εξοργίσθηκαν εναντίον τους και έφθασαν να τις απειλούν ότι θα τις εκτελέσουν όλες. Αλλά ο Τίμιος Πρόδρομος τις εφύλαξε. Δεν έπαθε καμία κακό.





*

Για να στρωθεί το δάπεδο του Ναού έπρεπε να βρεθούν πλακάκια. Η Μοναχή Μελάνη το είπε στον Μητροπολίτη Ανδρέα, στον οποίο, είπε ακόμη, ότι για να προμηθευτεί τα πλακάκια, ήταν ανάγκη να ταξιδέψει στη Αθήνα.

Ο Δεσπότης στην αρχή την απέτρεψε.

- Που θα πας παιδί μου, της είπε. Σε τέτοια εποχή, με τέτοιους κινδύνους, χωρίς μεταφορικά μέσα και με τέτοια ακρίβεια; Πως θα το επιχειρήσεις ένα τέτοιο τόλμημα;

Όμως η Μελάνη παρακάλεσε τον Δεσπότη να της επιτρέψει, κι εκείνος,

- Πήγαινε, της είπε. Ο Τίμιος Πρόδρομος θα σε προστατεύσει.

Πράγματι, η Μελάνη έφθασε στην Αθήνα. Γύρισε εδώ κι εκεί. Επήγε και σε ένα πατριώτη για να του ζητήσει την συνδρομή του. Μαζί με εκείνον, που πρόθυμα δέχθηκε να την βοηθήσει, πήγαν να ιδούν για καμπάνα και πλακάκια.

Τα βρήκαν. Πως όμως θα μεταφέροντο; Πρόβλημα μεγάλο για την εποχή εκείνη. Ήταν ολόκληρο ταξίδι από την Αθήνα ως το Μοναστήρι.

Η Μελάνη πηγαίνει στον Σταθμάρχη των Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου και εκεί, προς μεγάλη θλίψη της, ακούει από τα χείλη του, ότι ήταν αδύνατο να παραλάβει και να μεταφέρει τέτοιου είδους πράγματα.

Στενοχώρια και θλίψη για την Μοναχή. Δάκρυα βρέχουν τα μάτια της και θερμές προσευχές ανεβαίνουν στον Θεό από την καρδιά της.

Την νύκτα βλέπει στον ύπνο της τον Τίμιο Πρόδρομο.

- Μην απελπίζεσαι, της είπε. Αύριο το πρωί να πας τα πράγματα στον Σταθμό, θα τα παραλάβει ο Σταθμάρχης.

Εξύπνησε και αμέσως συμμορφώθηκε προς την υπόδειξη του Αγίου. Πριν προλάβει καν να παρακαλέσει τον Σταθμάρχη, εκείνος της είπε:

- Για τα πράγματα της Εκκλησίας θα διαθέσω ένα βαγόνι.

Και έτσι, η καμπάνα και τα πλακάκια έφθασαν γρήγορα και ασφαλή στο Μοναστήρι. Αξιοσημείωτο, είναι ότι και οι Μοναχές που αγωνιούσαν για την Γερόντισσα, είδαν τον Άγιον εις το όνειρον των να τις καθησυχάζει και να λέγει σ΄ αυτές.

- Η Γερόντισσα έρχεται. Και εγώ θα την προστατεύσω.



*

Ο Άγιος έχει κάμει εις την Μονή πολλά θαύματα θεραπείας αρρώστων. Ήταν ένα κοριτσάκι τεσσάρων ετών από τον Πύργο Τριφυλίας, τελείως ανάπηρο, άλαλο με παράλυτα τα πόδια του. Η μητέρα του, με βαθύ πόνο αλλά και με πίστη μεγάλη, το έφερε στην Εκκλησία της Μονής. Βαστάζοντας το, το έβαλε να προσκυνήσει την εικόνα του Αγίου. Και ω του θαύματος, το κοριτσάκι έγινε καλά. Έφυγε από την Εκκλησία υγιέστατο, μιλούσε και περπατούσε, ώστε επήγε μόνο του στο σπίτι του.

*

Μια νέα, την είχε ρίξει το άλογο κάτω και την έσερνε σε αρκετή απόσταση και σε ανώμαλο έδαφος, αφηνιασμένο. Η μητέρα της που την έβλεπε να κινδυνεύει έβαλε τις φωνές, παρακαλώντας τον Τίμιο Πρόδρομο να σώσει το παιδί της, και έταξε να φέρει στην Εκκλησία ό,τι ήταν δυνατόν σ΄ αυτήν.

Το άλογο σταμάτησε αμέσως, αλλά το σπουδαίο ήταν ότι η νέα ήταν τελείως ακέραιη. Η μητέρα της για να ευχαριστήσει τον Άγιο και να εκπληρώσει το τάμα της, έφερε στον Ναό την εικόνα του Μεγάλου Αρχιερέως, που είναι μέχρι σήμερα στην Ωραία Πύλη.

*

Στις 18 Νοεμβρίου 1941 ετελείτο εις τον Ναόν η Θεία Λειτουργία. Ήταν η επέτειος των Εγκαινίων του Ναού. Όταν απέλυσε η Εκκλησία οι Μοναχές ήσαν έτοιμες να πάνε στο χωράφι, για εργασία. Επρόκειτο να το σπείρουν με σιτάρι για να εξασφαλίσουν τα δύσκολα εκείνα χρόνια της πείνας, το ψωμί των.

Αίφνης ακούσθηκε κτύπος στην πόρτα της Μονής. Έξω έστεκε ένας άγνωστος άνθρωπος, ο οποίος παρακαλούσε να του δώσουν λίγο σιτάρι να σπείρει κι αυτός το χωράφι του για το ψωμί των παιδιών του.

Οι Μοναχές δεν του αρνήθηκαν. Έδωσαν ένα μέρος από το δικό τους σιτάρι και επήραν το υπόλοιπο και έφυγαν για το χωράφι της Μονής.

Ανάμεσα στις Μοναχές ήταν και η Ηγουμένη Μελάνη η οποία έσπερνε κι αυτή. Το τσουβάλι, μέσα στο οποίο είχαν το σιτάρι, είχε αδειάσει πιά, το ετίναζαν για να βάλουν σ΄ αυτό χόρτα, που είχαν μαζέψει για να φάνε.

Όταν όμως, το άνοιξαν για να βάλουν τα χόρτα, είδαν με μεγάλη κατάπληξη το θαύμα που είχε γίνει. Το τσουβάλι είχε μέχρι τη μέση σιτάρι. Η Μελάνη φώναζε τις αδελφές να ιδούν το γεγονός και όλες μαζί επί αρκετήν ώραν έμειναν εκστατικές, ευχαριστούσαν τον Θεόν και τον Άγιον, γιατί τους είχαν επιστρέψει διπλάσιο τα σιτάρι που είχαν δώσει στην πεινασμένη οικογένεια του επισκέπτη της Μονής.

*

Από την κωμόπολιν του Πύργου και τα περίχωρα Αμπελόφυτον,Χώραν, Μουζάκι, Λεύκην, και Μεταξάδα πολλοί έχουν θεραπευθεί σε προσκύνημα τους στην εικόνα του Αγίου της Μονής. Ψυχοπαθείς, επιληπτικοί, άτεκνοι και άλλοι πάσχοντες από διάφορες αρρώστιες γνώρισαν την θεραπευτική δύναμιν του Θεού, την οποία ενεργεί με την θερμή μεσιτεία του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου.



Η ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ

Αι Μοναχαί, αι οποίαι είναι ή εμόνασαν στην Ιεράν Μονήν Τιμίου Προδρόμου είναι οι εξής:

1. Ηγουμένη Μελάνη Μοναχή, κατά κόσμον Φωτεινή Στασινοπούλου, εκάρη Μοναχή εις τας 24 Ιουνίου 1935.

2. Μοναχή Χριστοφόρα, κατά κόσμον Αγγελική Παν. Ζόμπολα , εκάρη Μοναχή εις τας

16 Μαΐου 1937. Εκοιμήθει εν Κυρίω το έτος 1972.



3. Μοναχή Φιλοθέη, κατά κόσμον Αναστασία Αυρηλιώνη, εκάρη Μοναχή εις τας

15 Απριλίου 1938. Εκοιμήθει εν Κυρίω το έτος 23-2-1972.

4. Μοναχή Πλατωνίς, κατά κόσμον Παναγιώτα Γ. Βελισσάρη, εκάρη Μοναχή εις τας

16 Απριλίου 1938.

5. Μοναχή Ευσεβία, κατά κόσμον Παναγιώτα Γ. Διονυσοπούλου , εκάρη Μοναχή εις τας

24 Ιουνίου 1938.

6. Δόκιμος Ελένη Παν. Τσολοπανάγου, από το έτος 1930. Εκοιμήθει εν Κυρίω το έτος 1957.

7. Μοναχή Δομινίκη, κατά κόσμον Αικατερίνη Φωτ. Δρούλια , εκάρη Μοναχή εις τας

29 Αυγούστου 1963.

8. Μοναχή Ποταμία, κατά κόσμον Δήμητρα Αλεξ. Μπερδέση , εκάρη Μοναχή εις τας

29 Αυγούστου 1963.

9. Μοναχή Χριστοφόρα, κατά κόσμον Αναστασία Στασινοπούλου. Δόκιμος από τας 14 Νοέμβριου 1940 , εκάρη Μοναχή εις τας 24 Ιουνίου 1974.

10. Μοναχή Χριστονύμφη, κατά κόσμον Διονυσία Κων/νου Γεωργιοπούλου, δόκιμος από

16 Απριλίου 1955, εκάρη Μοναχή εις τας 24 Ιουνίου 1975.

Αι τελευταίαι αυταί εκάρησαν Μοναχαί υπό του Μητροπολίτου Τριφυλίας και Ολυμπίας Στεφάνου. Εις το σύνολον των έχουν αποβιώσει μέχρι σήμερα τέσσερις Μοναχαί.



*

Η Ιερά Μονή είναι Κοινοβιακή και έχει αναγνωρισθεί υπό της Πολιτείας, η οποία δια του από 12/19/10/1939 β. Διατάγματος, το οποίο εδημοσιεύθει εις το υπ’ αριθμό 448, Α΄ φύλλον της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως θεωρεί αυτήν ότι αποτελεί, ως και αι άλλαι Μοναί, Νομικόν πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου.

Αρχικώς εις την Ιεράν Μονήν Τιμίου Προδρόμου υπήγοντο και δύο Μετόχια, της Ζωοδόχου Πηγής Επιταλίου και του Προφήτου Ηλίου Μακρυσίων, και τα δύο εις την Επαρχίαν , Ολυμπίας , τα οποία όμως, ανεγνωρίσθησαν αυτοτελείς Ιεραί Μοναί δια Β. Διατάγματος κατά το έτος 1961 κατόπιν προτάσεως του Μητροπολίτου Τριφυλίας και Ολυμπίας Στεφάνου.

Εις την Ιεράν Μονή Τιμίου Προδρόμου επικρατεί υποδειγματική τάξις και ησυχία, καθόσον όλαι αι Μοναχαί διαβιούν εν αγάπη, καλλιεργούν τα λίγα κτήματα της Μονής, με τα έσοδα των οποίων καθώς και τις μικρές συντάξεις που παίρνουν αποζούν, και αναπέμπουν με ευλάβειαν τας καθημερινάς δεήσεις των προς τον Κύριον, την Παναγίαν Μητέρα Αυτού και τον Μέγαν Πρόδρομον, δέχονται δε με καλοσύνην, ευγένειαν και προθυμίαν τους ευσεβείς προσκυνητάς, προς τους οποίους παρέχουν την πατροπαράδοτον φιλοξενίαν των Ι. Μονών.

Ένας περίπατος των προσκυνητών μέχρι την μαγευτικήν τοποθεσίαν του Εξωκκλησίου της Αγίας Παρασκευής, πάνω σ΄ ένα μικρό λόφο και μέσα σε αλσύλλιο (ο Ναός μέχρι το 1879 ήταν ενοριακός) η αναπνοή καθαρού αέρος μέσα στην ησυχία και την γαλήνην της εξοχής, αποτελούν την πιο ζωογόνο, μετά την ψυχική τόνωση, ένεση στη ζωή και την υγείαν των.

Γι’ αυτό αξίζει να επισκεφθούν όλοι αυτό το μικρό αλλά όμορφο σε όλα Μοναστήρι.



Ο Τριφυλίας και Ολυμπίας Στέφανος

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΛΙΓΟΥΔΙΣΤΑΣ


Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Καλαμάτας οι Ντρέδες και οι υπόλοιποι Τριφύλιοι οπλαρχηγοί έλαβαν Προκήρυξη από τον Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα γράφοντάς τους μεταξύ άλλων …σφαλείσατε (ενν. στα κάστρα) τους Αρκαδίους (Τριφυλίους) Τούρκους και μίαν ώραν αρχήτερα να τους ξεσχίσετε και να τους στείλετε στα Τάρταρα του Άδου….
Έντρομοι οι Τούρκοι της Κυπαρισσίας των Φιλιατρών και των υπολοίπων χωριών έτρεχαν να βρουν καταφύγιο στα κάστρα της Πύλου και της Μεθώνης. Οι οπλαρχηγοί Γρηγοριάδης, Ντούφας, Σιράκος, Μέλιος, Παπατσώρης, Παπαθεοδώρου και άλλοι, επικεφαλής χιλίων οκτακοσίων ανδρών εκίνησαν να πολιορκήσουν τα δύο αυτά κάστρα. Στις 27 Μαρτίου κατά τον Γρηγοριάδη (29 Μαρτίου κατά τον Φραντζή) και περί ώρα 4:00 μμ έφτασαν έξω από την κωμόπολη της Λιγούδιστας όπου συνάντησαν 400 Τούρκους και 200 Αλβανούς οι οποίοι υπό την διοίκηση των Χαλλίλ Μπέη, Ιμπραήμ Μπασιόγλου και Σαλή Αγά επέστρεφαν στην Κυπαρισσία για να αποκρούσουν τους Έλληνες.
Οι Τούρκοι ναι μεν είχαν καταφύγει στα κάστρα για να ασφαλίσουν τις οικογένειες τους, δεν πίστευαν όμως, όπως μας παραθέτει ο Φραντζής, ότι δεν θα επιστρέψουν στα σπίτια τους και βλέποντας τους έλληνες απέναντι τους, με τους οποίους λίγες μέρες πριν ήταν γείτονες ή συγχωριανοί ή γνωστοί προσπάθησαν να σταματήσουν την εξέλιξη των πραγμάτων με ειρηνικό τρόπο.
-« Βρέ Ρωμαίοι! Γυρίστε εις τα σπίτιά σας, μην σας επήρε ο Θεός την γνώσιν σας, και θα φάτε τα κεφάλια σας, γιατί δεν θα κατορθώσετε τίποτε, επειδή βλέπομεν ότι είσθε μοναχοί σας, και δεν βλέπομεν Κυραλήδες και Φραγκιά να πολεμήσουν και εις την θάλασσαν και εις την στεργιά, εσείς μονάχοι σας θα χαθήτε και σας ληπούμαστε.»
Η προσπάθεια αυτή των Τούρκων δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, οι Έλληνες αποφασισμένοι ανταπάντησαν με ύβρεις και πυροβολισμούς. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τον ακροβολισμό των αντίπαλων πλευρών και την έναρξη 3ωρης μάχης. Κατ αυτή οι Τούρκοι πραγματοποίησαν πέντε λυσσώδεις επιθέσεις με 40 νεκρούς από πλευράς των Οθωμανών και 12 Ελλήνων. Οι Τούρκοι ετράπησαν σε φυγή και καταδιωκώμενοι από τους επαναστάτες κλείστηκαν στο κάστρο της Πύλου ώσπου μετά από πολύμηνη πολιορκία, όσοι επέζησαν, παρεδόθησαν αποσκελετωμένοι και εγκαταλείφθησαν στο νησί Χελωνάκι.
Η Σημασία της μάχης της Λιγούδιστας είναι πολύ σημαντική καθώς αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων και οδήγησε και τους πλέον τρομαγμένους Έλληνες να ενταχθούν ενεργά στον αγώνα για την ελευθερία. Τέλος, στην προσπάθειά μας να χωροθετήσουμε την ακριβή τοποθεσία που έλαβε χώρα αυτή η μάχη εντοπίζουμε την μόνη αναφορά που υπάρχει σαν τοπωνύμιο και δεν είναι άλλη από αυτή του συμμετέχοντος στην μάχη Αθαν. Γρηγοριάδη που αναφέρει: «…παρά την Λιγούδισταν κωμόπολιν της Τριφυλίας…» χωρίς να είναι πιο συγκεκριμένος. Σύμφωνα πάντως με τοπικές προφορικές παραδόσεις το πεδίο που έλαβε χώρα αυτή η ιστορική μάχη είναι η περιοχή που βρίσκεται ανατολικά της σημερινής Εκκλησίας του Αγίου Νεομάρτυρα Δημητρίου, πράγμα που είναι πολύ πιθανόν αν υπολογίσουμε την πορεία του δρόμου από Κυπαρισσία προς Πύλο, την συγκέντρωση 2.500 και πλέον στρατιωτών σε ένα πεδίο και την ευρύτερη γεωμορφολογία της περιοχής, το μέρος αυτό είναι το πλέον κατάλληλο για την διεξαγωγή μίας τέτοιας μάχης.
                                                                                                            Του Παναγιώτη Δημ. Γλιάτα

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Οι κάτοικοι περιοχών Γαργαλιάνων και Λιγουδίστης ζητούν να υπαχθούν εις την επαρχίαν Νεοκάστρου







Ήδη από το 1821 η πρώτη διοίκηση του επαναστατημένου Ελληνικού κράτους είχε χωρίσει σε περιοχές την μέχρι τότε απελευθερωμένη Ελληνική επικράτεια -προστασίας πιο πολύ παρά διοικητικές -οικονομικές- στις οποίες τον πρώτο λόγο τον είχαν οι καπεταναίοι και οι δημογέροντες εκλεγμένοι από τους προεστούς του κάθε χωριού. Η δυτική Μεσσηνία είχε χωριστεί σε δύο επαρχίες, αυτή της Αρκαδιάς ( Κυπαρισσίας) και αυτή του Νιόκαστρου (Πύλου). Οι Γαργαλιάνοι η Λιγούδιστα (Χώρα) και τα γύρω χωριά ήταν υπό την προστασία της Αρκαδιάς. Κάποια στιγμή άρχισαν οι διχόνοιες με πρώτους τους ίδιους τους Αρκαδιανούς να επαναστατούν εναντίων των οπλαρχηγών τους και των Δημογερόντων , ο πρώτος εμφύλιος της Νεοτέρας Ελλάδος είχε ήδη αρχίσει . Το βάρος αυτών των ερίδων το πλήρωνε ο απλός λαός και οι προεστοί των μικρών χωριών. Η ιστορία αυτή είχε ξεκινήσει στις αρχές του 1823 και στις 26 Απριλίου του ίδιου έτους μαζεύονται οι δημογέροντες και οι αγωνιστές των χωριών της περιοχής μας, στους Γαργαλιάνους για να δουν πως μπορούν να βγουν από αυτή την κατάσταση. Η απόφαση ήταν μία, να ζητήσουν από την προσωρινή διοίκηση της Α΄ Εθνοσυνέλευσης να τους απαλλάξει από την προστασία της Αρκαδιάς και να υπαχθούν στην περιφέρεια του Νιόκαστρου. Ο λόγος αυτής της απόφασης ήταν ότι δεν μπορούσαν να ανεχθούν τα δεινά που τους είχαν προξενήσει οι Φατριαστές της Αρκαδικής περιοχής μιάς και εξ αιτίας τους είχαν περιέλθει σε δεινή θέση.

Δύσκολα χρόνια... τρόμου και απόγνωσης που το μόνο που είχε δίκιο ήταν το καριοφίλι.

Από το έγγραφο αυτό -που αξίζει τον κόπο να κάνετε πάνω του κλικ γιατί όλο και κάποιον πρόγονο σας θα βρειτε- των αρχείων της Εθνικής Παλιγγενεσίας, επίκαιρο όσο ποτέ, μπορούμε σήμερα να βγάλουμε και ένα άλλο συμπέρασμα: οι κάτοικοι της περιοχής των Γαργαλιάνων και της Χώρας από τότε, την εποχή του έπους του21, ήθελαν να υπάγονται διοικητικά στην Πύλο και ο λόγος ήταν απλός. Οι δρόμοι για τις οικονομικές τους συναλλαγές οδηγούσαν προς το Ναβαρίνο και προς τα Κοντοβούνια, προς την περιοχή της Κυπαρισσίας οι επαφές ήταν πολύ λιγότερες. Σήμερα αν εξαιρέσουμε τα Κοντοβούνια το μέλλον της περιοχής μας είναι πάλι προς το Ναβαρίνο. Γι΄αυτό και σήμερα ζητούν -από την υπέρτατη διοίκηση οι κάτοικοι περιοχών Γαργαλιάνων και Λιγουδίστης να υπαχθούν εις την επαρχίαν Νεοκάστρου....-
Τάκης Δ. Γλιάτας
Το κείμενο αυτό γράφτηκε τις ημέρες που βρισκόταν σε διαβούλευση η μετατροπή των καποδιστριακών δήμων σε καλλικρατικούς.

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

Ο ΓΑΜΟΣ ΓΥΡΩ ΣΤΑ 1900 ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ

Τα παλιά τα χρόνια, η διαδικασία του γάμου ακόμα και αυτή η ίδια η φιλοσοφία του λίγη σχέση έχουν με τα της σημερινής εποχής. Η σκέψη των ανθρώπων για το πώς έβλεπαν τον γάμο καθώς και ποιος ήταν ο σκοπός του ήταν τελείως διαφορετικά. Αλλά ας πιάσουμε τα πράγμα τα από την αρχή για να δούμε καταρχήν περιληπτικά πως έβλεπαν οι άνθρωποι αυτό το θεσμό και στη συνέχεια να δούμε πιο αναλυτικά τα δρώμενα και τελετουργικό του.
Την στιγμή που γεννιόταν ένα παιδί, αν ήταν αγόρι τα πράγματα ήταν καλά, αν ήταν όμως κορίτσι το σπίτι έπεφτε στα μαύρα πανιά μέχρι να συνειδητοποιήσει τον ερχομό του νέου θηλυκού μέλους της οικογένειας. Αυτό συνέβαινε για τους εξής λόγους: α) Το αγόρι θα συνέχιζε το όνομα της οικογενείας. Ήταν ένας δυνατός εργάτης για όλες τις δουλειές που έφερναν εισόδημα στην οικογένεια. Θα παντρευόταν και θα έφερνε και άλλον άνθρωπο στο σπίτι και τέλος ήταν ο άντρας ο φύλακας, ο υπερασπιστής του σπιτιού που ο λόγος του είχε αξία. Η γυναίκα είχε πιο πολλά μειονεκτήματα γιατί οι δουλειές της θα περιορίζονταν πιο πολύ στο σπίτι, ενώ στα χτήματα αν και πολύ σημαντική η προσφορά της θεωρούταν βοηθητική προς τον άντρα. Κάποια στιγμή θα έφευγε από το σπίτι και μαζί της θα έπρεπε να πάρει και την προίκα και σε γενικές γραμμές ήταν ένα άτομο που το μεγάλωναν για να πάει στην παραγωγική του ηλικία να προσφέρει άλλου τις υπηρεσίες του. Ο λόγος της δεν είχε βάρος, η παρουσία της ήταν πίσω από τον άνδρα και γενικά υπήρχε ένα ολόκληρο σκεπτικό ριζωμένο βαθιά στη καθημερινότητα των παλιών ανθρώπων που θεωρούσαν την γυναίκα και ιδιαίτερα την ανύπαντρη, μπελά.
Όλα αυτά άρχισαν σιγά-σιγά να αλλάζουν από την εποχή του μεσοπολέμου και μετά όταν ή γυναίκα άρχισε να παίρνει έναν άλλο "αέρα", κ
άτι που συνέβαινε την εποχή εκείνη και σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου. Μαζί με αυτή την νοοτροπία άρχισαν, αναπόφευκτα, να αλλάζουν και τα έθιμα του γάμου και με αργό αλλά σταθερό ρυθμό αυτή η αλλαγή συνεχίζεται ακόμα και σήμερα. Όπως την εποχή που διαδέχτηκε ή χριστιανική θρησκεία το αρχαίο ελληνικό δωδεκάθεο κάποια έθιμα του γάμου καταργήθηκαν και κάποια άλλα προσαρμόστηκαν στην φιλοσοφία και στις ανάγκες της νέας θρησκείας, έτσι και από το πρώτο μισό του 20ου αι. μέχρι σήμερα κάποια έθιμα καταργήθηκαν ενώ κάποια άλλα προσαρμόστηκαν στις ανάγκες και την ευκολία της σύγχρονης εποχής. Περιττό είναι να πούμε ότι αυτές οι αλλαγές και τότε και στις σύγχρονες συγκυρίες δεν άλλαξαν μόνο τα του γάμου αλλά και ότι άλλο αφορά την καθημερινότητα και τον τρόπο σκέψης και διαβίωσης.
Έτσι, την εποχή του 19ου αι. όταν ένα κορίτσι έδειχνε ότι μπορεί να γίνει μάνα άρχιζε και η έγνοια του πατέρα για την αποκατάσταση του. Όσο πιο γρήγορα τόσο πιο καλά. Οι έρωτες τα χρόνια εκείνα ήταν ανεπίτρεπτοι έως ανύπαρκτοι και μην παίρνετε στα σοβαρά τα ρομαντικά διηγήματα ορισμένων συγγραφέων των
προηγούμενων αιώνων γιατί η βάση τους βρίσκεται πιο πολύ στη σφαίρα της φαντασίας ή σε πολύ μεμονωμένες περιπτώσεις, παρά στην πραγματικότητα και ιδιαίτερα σε αυτήν των χωριών της περιοχής μας . Έτσι για την δουλειά αυτή υπήρχαν οι προξενητάδες – άντρες ή γυναίκες – οι οποίοι μόλις έβλεπαν ένα κορίτσι ότι είναι "στον καιρό του" προσπαθούσαν να σκεφτούν και το ταίρι του. Μπορεί όμως και ο πατέρας του γαμπρού να είχε στο νου του κάποια "τσούπα" που θεωρούσε ότι ταιριάζει στο σπίτι του ή στο γιό του ή η προίκα της θα βοηθούσε το σπίτι του, οπόταν έπιανε έναν έμπειρο και καταφερτζή προξενητή και του ζητούσε να μεσολαβήσει, με το αζημίωτο φυσικά. Το να ζητήσει ο γαμπρός από τον πατέρα του να ψάξει για κάποια κοπέλα συγκεκριμένη ή όχι ,ήταν λίγο σπάνιο, καθότι δεν τολμούσε να πει στον πατέρα του, ότι έχει έρθει ο καιρός του για γάμο, αυτά ήταν δουλειά του πατέρα και μόνον, μερικές φορές όμως συνέβαινε και αυτό. Από την εποχή του μεσοπολέμου και μετά άρχισαν τα πράγματα να αλλάζουν και να ανοίγουν οι άνθρωποι την καρδιά τους σε τέτοια θέματα.

Όταν λοιπόν έπιανε δουλειά ο προξενητής. Πήγαινε στο σπίτι της κόρης να συναντήσει τον πατέρα. Πριν μπει μέσα έφτυνε στον τοίχο του σπιτιού και έλεγε μυστικά ΄΄ όπως κολλάει το σάλιο μου έτσι να κολλήσουν και τα λόγια μου ΄΄ Χτυπούσε την πόρτα και έμπαινε στο σπίτι. Τα γυναικόπαιδα μετά τα σχετικά κεράσματα έφευγαν από το δωμάτιο και έμενε ο επισκέπτης με τον πατέρα να μιλήσουν. Ο προξενητής αφού παίνευε την φιλοξενία του νοικοκύρη που τον φιλοξενούσε εκείνη την στιγμή έμπαινε στο ψητό, του έριχνε την πρόταση που είχε να του κάνει και παράλληλα με μαε
στρία παρουσίαζε την τύχη την καλή που θα είχε η κόρη του στο σπίτι του γαμπρού. Ο πατέρας της νύφης δεν απαντούσε σχεδόν ποτέ την ίδια στιγμή μα έλεγε ότι θα το σκεφτεί για να δείξει μια διάθεση ότι δεν βιάζεται να ξεφορτωθεί την κόρη του αφού δεν είναι σκάρτο πράγμα. Αν ο πατέρας είχε πάνω από μια κόρες και ο προξενητής δεν ζητούσε την πρώτη, το προξενιό ήταν δύσκολο να στέρξει (ρ. στέργω = σημ. να γίνει, να δοθεί θετική απάντηση, συγκατάβαση - Σλαβική ρίζα κατάλοιπο της καθόδου των Σλάβων – 8ος-10ος αι μ.Χ ) γιατί αν πάντρευε πρώτα την δεύτερη ή την Τρίτη και άφηνε την πρώτη τα σχόλια που θα γινόταν στο χωριό θα ήταν ότι η πρώτη έχει κάποια αρρώστια ή κάποιο κουσούρι που δεν της επιτρέπει να παντρευτεί. Στην μόνη περίπτωση που μπορούσε να γίνει κάποια εξαίρεση ήταν όταν δεν ζητούσαν προίκα οπόταν ήταν ένα σοβαρό κίνητρο να παραβλέψουν τα σχόλια και να αυξήσουν την προίκα της πρώτης ώστε να έχει ένα πολύ σοβαρό λόγο για να έρθει ή σειρά της. Αν, λοιπόν ήταν θετικός στην πρόταση του προξενητή του έστελνε μετά από δυο μέρες μήνυμα με κάποιο μικρό παιδί να περάσει από το σπίτι. Όταν ερχόταν ο προξενητής του έλεγε την απόφαση του και κανόνιζαν να συναντηθούν οι δύο συμπέθεροι σε κάποιο σημείο που θα τους έβλεπε κόσμος, συνήθως στην πλατεία του χωριού. Αν ο γαμπρός ήταν από άλλο χωριό η συνάντηση γινόταν στο χωριό της νύφης. Όταν γινόταν η συνάντηση αμέσως στο χωριό διέρρεε η πληροφορία ότι κάτι ετοιμάζεται για την κόρη του τάδε. Μερικές φορές επενέβαιναν οι καλοθελητές που είχαν κάποια εμπάθεια για την μια ή την άλλη οικογένεια και έπιαναν κρυφά κάποια από τις δυο πλευρές και έριχναν τις κατηγόριες τους. Για να αποφευχθεί αυτή η κατάσταση μέσα σε δυο ή τρεις μέρες από την συνάντηση γινόντουσαν τα λεγόμενα φανερώματα, όπου γινόταν ή επίσημη ανακοίνωση του προξενείού.Οι στενοί συγγενείς του γαμπρού κρατώντας ένα καλάθι με γλυκά στολισμένο με λουλούδια πήγαιναν στο σπίτι της νύφης. Ο γαμπρός σε αυτή την συνάντηση ήταν απών. Τα γλύκα του γαμπρού ανακατεύονταν σε ένα δίσκο με αυτά της νύφης και μοιράζονταν στους παρευρισκόμενους αμέσως μετά οι δυο συμπέθεροι κάθονταν δίπλα, δίπλα και παρουσία όλων συμφωνούσαν για την προίκα. Αν κάποιος από τους μελλονύμφους είχε χάσει τον πατέρα του τον ρόλο του πατέρα τον έκανε ένας άνθρωπος εμπιστοσύνης της οικογένειας όχι απαραίτητα κάποιος συγγενής Μερικές φορές κάποιος συγγενής που γνώριζε γραφή τα έγραφε σε ένα χαρτί. Στο λεγόμενο προικοσύμφωνο γράφονταν αναλυτικά, ρούχα, οικιακά σκεύη, ζώα, χωράφια, μετρητά και ότι άλλο θεωρούταν την εποχή εκείνη χρήσιμο. Αφού τα έβρισκαν και σε αυτό το σημείο της συμφωνίας σηκωνόταν ο πεθερός και έδινε στη νύφη ένα δαχτυλίδι από τον γαμπρό μετά η πεθερά περνούσε στο κεφάλι της νύφης μια μπόλια ( μακρύ μαντίλι για κεφαλοδέσιμο) άρχιζαν τα κεράσματα με κρασί και μεζέδες και κανονίζονταν οι αρραβώνες που συνήθως γινόταν μία με δύο εβδομάδες μετά τα φανερώματα. Μερικές φορές που πλησίαζε ο χειμώνας οι αρραβώνες κανονίζονταν το ένα σαββατοκύριακο και ο γάμος το άλλο.
Οι αρραβώνεςΤην επόμενη μέρα από τα φανερώματα στα δυο
σπίτια άρχιζαν οι ετοιμασίες μα αυτό που είχε την μεγαλύτερη φασαρία ήταν της νύφης. Ετοίμαζαν γλυκά, ασβέστωναν, και ότι άλλο χρειαζόταν για να μην υπάρχουν σχόλια στο χωριό για ανοικοκυροσύνη. Οι αρραβώνες συνήθως γινόντουσαν σαββατοκύριακο ή κάποια μεγάλη γιορτή. Ο γαμπρός με τον πατέρα του πήγαιναν στους συγγενείς και φίλους και τους καλούσαν στην αρραβώνα τους έδιναν μάλιστα και από ένα λουλούδι συνήθως γαρούφαλλο για να μοσχοβολιστούν και να ευφρανθούν με το νέο που μάθαιναν. Την ημέρα των αρραβώνων το πρωί ο γαμπρός έστελνε στο σπίτι της νύφης ένα αρνί και τρία καλάθια στολισμένα με λουλούδια και κορδέλες με διάφορα δώρα όπως μαντίλια, κουλούρες, γλυκό κρασί, κοντογούνια για τη νύφη ένα καθρεφτάκι, χτένια, ψαλίδι και άλλα ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα του γαμπρού. Τα καλάθια τα πήγαιναν τρία αγόρια που και οι δυο γονείς τους έπρεπε να ζούν. Σιγά, σιγά άρχιζαν να φτάνουν οι καλεσμένοι με τους συμπεθέρους και υποχρεωτικά ο παπάς που θα σταυρώσει τα δαχτυλίδια και θα τα περάσει στα δάχτυλα των μελλονύμφων. Αφού ευχηθούν θα δει ο γαμπρός τη νύφη για πρώτη φορά μετά τη συμφωνία θα αρχίσει ή ακολουθία του αρραβώνα θα ανακοινώσουν ποιος θα είναι ο κουμπάρος και αμέσως μετά θα αρχίσει το γλέντι . Τελειώνοντας η νύφη θα σταθεί στην εξώπορτα και θα κερνάει ένα ποτήρι κρασί όλους τους καλεσμένους που φεύγουν.
Τις επόμενες ημέρες ο γαμπρός με την νύφη πήγα
ιναν μαζί να επισκεφθούν τους συγγενείς των δυο σογιών. Ο γαμπρός με καθημερινή ενδυμασία για να δείχνει την προκοπή του ενώ η νύφη φορούσε τα καλύτερα ρούχα που είχε και την κεντητή μπόλια που της είχε χαρίσει ο γαμπρός στους αρραβώνες για να δείχνει την ομορφάδα της. Οι συγγενείς τους κερνούσαν γλυκά και κρασί και τους εύχονταν την ώρα την καλή. Την πρώτη Κυριακή ή την πρώτη μεγάλη γιορτή μετά τα αρραβωνιάσματα οι μελλόνυμφοι πήγαιναν μαζί στην εκκλησία. Αν η νύφη ήταν από άλλο χωριό πήγαιναν στην εκκλησία του χωριού της νύφης. Τους πήγαιναν οι γυναίκες από το σόι της νύφης και μόνο. Η νύφη στολιζόταν με το καλύτερο φόρεμα και τα παπούτσια που της είχε στείλει ο γαμπρός την προηγούμενη μέρα για να εκκλησιαστούν. Τα ρούχα της εκκλησίας της τα έστελνε σε ένα καλάθι στολισμένο με κορδέλες ή λουλούδια και μέσα στα παπούτσια είχε βάλει και λεφτά τα οποία έπαιρνε το αγόρι που της τα φορούσε.
Ο γάμοςΜεγάλο γεγονός όχι μόνο για τις οικογένειες των μελλονύμφων μα και για όλο το χωριό ήταν η εβδομάδα του γάμου. Ο γάμος γινόταν πάντα Κυριακή μετά την εκκλησία συνήθως δηλαδή πρωινή ώρα. Οι ετοιμασίες όμως ξεκινούσαν από την προηγούμενη Δευτέρα. Έτσι λοιπόν την Δευτέρα το πρωί οι φίλες της νύφης πήγαιναν στο σπίτι της και με τραγούδια καλούσαν τη νύφη να ανοίξει την πόρτα και να τις υποδεχθεί. Εκείνη τις περίμενε στην πόρτα με ένα δίσκο με γλυκά και κερνούσε κάθε μια που έμπαινε μέσα. Ο σκοπός ήταν να βγάλουν τα προικιά της νύφης από τα μπαούλα και να τα πλύνουν στη
βρύση του χωριού. Τα φόρτωναν στα ζώα και τα κατέβαζαν στην ξερόβρυση εκεί όλη την ημέρα έπλεναν. Η κάθε μια από τις φίλες, επειδή ήταν πολλά τα ρούχα, έφερνε και την σκαφίδα της. Κάποια στιγμή της ημέρας θα περνούσε ο γαμπρός και θα ασήμωνε με τάλιρα κάθε μια σκαφίδα. Τα λεφτά αυτά ήταν για τις φίλες της νύφης. Η μάνα της νύφης εκείνη την ημέρα έσφαζε κότα και το μεσημέρι θα πήγαινε στη ξερόβρυση για να φάνε οι κοπέλες. Τα ρούχα το βράδυ τα έφερναν στο σπίτι. Την επόμενη μέρα μαζεύονταν πάλι οι φίλες της νύφης στο σπίτι και ξεκινούσαν το τέντωμα και το σιδέρωμα. Κάθε ρούχο που ήταν για σιδέρωμα το ράντιζαν με ροδόσταγμα. Όσα ρούχα δεν είχαν στεγνώσει από την προηγούμενη μέρα τα έβγαζαν από τα καλάθια – τα ξεκοφινώνανε - και τα άπλωναν την δεύτερη ημέρα. Η ετοιμασία των προικιών κρατούσε μέχρι την Τετάρτη. Η μάνα κάθε μέρα έκανε το τραπέζι στις κοπέλες και την Τετάρτη που ήταν νηστήσιμη μέρα τους έψηνε χταπόδι. Το απόγευμα της Τετάρτης που είχαν τελειώσει το σιδέρωμα άρχιζαν το στήσιμο των προικιών. Δηλαδή τα τακτοποιούσαν σε ένα δωμάτιο όμορφα, τα πιο πλουμιστά να φαίνονται τα άλλα από κάτω μερικά τα κρεμούσαν από σχοινιά για να περάσει ο κόσμος να τα ασημώσει. Την ώρα που τα έστηναν τραγουδούσαν σχετικά τραγούδια και η μάνα κερνούσε τις κοπέλες με γλυκά. Το ίδιο απόγευμα στο σπίτι του γαμπρού μαζεύονται οι συγγένισσες του να αναπιάσουν το προζύμι για να φτιάξουν τις κουλούρες του γάμου. Το νερό από το πηγάδι το έβγαζε ένα αρσενικό παιδί που ζούσαν και οι δυο γονείς του και το πήγαινε στο σπίτι το ακουμπούσε δίπλα από την σκάφη που θα ζύμωναν και τότε οι γυναίκες που είχαν μαζευτεί τραγουδούσαν γύρω από τη σκάφη και στο τέλος έριχναν μέσα λεφτά τα οποία έπαιρνε το παιδί. Την επομένη μαζεύονται οι συγγενείς του γαμπρού στο σπίτι του για να ζυμώσουν τις κουλούρες. Ενώ οι γυναίκες ζυμώνουν ο γαμπρός κερνάει τους άντρες κρασί και αρχίζουν το γλέντι. Στο σπίτι της νύφης μαζεύονται οι συγγενείς της για να φτιάξουν τις δίπλες. Από το σπίτι της νύφης περνάνε χωριανοί της σειριάς της για να ασημώσουν τα προικιά. Το μεσημέρι οι συγγενείς του γαμπρού με άλογα και κάρα φεύγουν για το σπίτι της νύφης για να πάρουν τα προικιά. Οι συγγενείς της νύφης τα μαζεύουν και τα βάζουν στα μπαούλα και τα μάλλινα τα κάνουν μπόγους. Όταν φτάνουν οι φίλοι του γαμπρού στο σπίτι της νύφης αυτή τους κερνάει κρασί και τους περνάει πίσω από το λαιμό ένα λευκό μαντίλι και στα άλογα που θα μεταφέρουν τα προικιά τα στολίζει στο καπίστρι με λουλούδια και μαντίλια μεταξωτά τα οποία παίρνουν μετά οι αγωγιάτες. Αφού φορτώνουν τα προικιά στα κάρα και στα άλογα αρχίζει και ένα ψιλόπλιάτσικο. Οι φίλοι του γαμπρού παίρνουν επιπλέον ότι βρουν μπροστά τους από γλάστρες μέχρι σιδεροστιές. Οι συγγενείς της νύφης τους κυνηγάνε δημιουργώντας έτσι μια ατμόσφαιρα γέλιου και ευφορίας. Αφού τα μεταφέρουν τραγουδώντας με νταούλια και πίπιζες στο σπίτι του γαμπρού αρχίζουν το γλέντι μέχρι το πρωί.
Την Παρασκευή πριν τον γάμο τα δυο σόγια μαζεύονται για να σφάξουν τα ζωντανά που θα καταναλωθούν στο γάμο συνήθως η διαδικασία αυτ
ή ήταν η αφορμή για ολοήμερο γλέντι
Το Σάββατο μαζεύονται οι δυο σειριές στο σπίτι του γαμπρού για να στολίσουν το νυφικό κρεβάτι. Από τα προικιά της νύφης παίρνουν τα ρούχα που χρειάζονται και τα στρώνουν στο κρεβάτι. Το στρώσιμο κάνουν μόνο οι ανύπαντρες φίλες της νύφης. Μπαίνει μέσα ο γαμπρός δεν του αρέσει το στρώσιμο και το ξεστρώνει. Αφού το ξαναστρώσουν οι κοπέλες, μπαίνει μέσα ο κουμπάρος και το ξεστρώνει και τρίτη φορά ξεστρώνεται το κρεβάτι από το γαμπρό. Στο τέλος αφού αρέσει σε όλους το στρώσιμο ρίχνουν πάνω στο κρεβάτι ένα αρσενικό παιδί φρέσκοβαφτισμένο που ζούν και οι δυο γονείς του. Από το κρεβάτι το σηκώνει μόνο η νύφη και το δίνει στη μάνα του παιδιού. Μετά περνάνε όλοι οι καλεσμένοι και ραντίζουν το κρεβάτι με ρύζι ,σιτάρι και ροδοπέταλα. Ρίχνουν ο καθένας και το ασή
μωμα του με λεφτά. Καθ΄ όλη την διάρκεια αυτής της διαδικασίας τα τραγούδια που λέγονται είναι σχετικά με το στρώσιμο του νυφιάτικου κρεβατιού. Ο γαμπρός με την νύφη περιμένουν τους καλεσμένους στο χώρο που θα ακολουθήσει το γλέντι. Ένας, ένας οι καλεσμένοι αφού ευχηθούν στο κρεβάτι περνάνε από το γαμπρό και τη νύφη και τους εύχονται. Του γαμπρού του κρεμάνε στο κοντογούνι του λεφτά ενώ της νύφης κρεμάνε χρυσαφικά. Η πεθερά της κρεμάει στο λαιμό της το γιορντάνι - νομίσματα και μεταλλικά φυλαχτά δεμένα μεταξύ τους με λεπτές αλυσίδες - . Αργότερα όταν βγήκαν τα χαρτονομίσματα που είχαν μεγαλύτερη αξία τα μεταλλικά χρήματα καταργήθηκαν και έτσι σιγά, σιγά χάθηκε και το γιορντάνι. Τελειώνοντας αυτή η διαδικασία βγαίνουν οι μεζέδες που έχουν φέρει οι συγγενείς του ζευγαριού και το κρασί ρέει άφθονο κέρασμα του γαμπρού. Το γλέντι που ακολουθεί με τα νταούλια και τις πίπιζες κρατάει μέχρι το πρωί. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι τα γλέντια την εποχή εκείνη γινόταν συνήθως μέρα, όσοι καθόντουσαν και τη νύχτα για να συνεχίσουν το γλέντι είχαν για φωτισμό τα λυχνάρια αλλά αυτό δεν έπαιζε καμία σημασία αφού το άφθονο κρασί τους είχε δώσει την ικανότητα να μην δίνουν σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες.
Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥΜε το που χτυπούσε ο παπάς την καμπάνα για τον όρθρο της Κυριακής οι φίλοι του γαμπρού και οι φίλες της νύφης πήγαιναν με τραγούδια και νταούλια στα σπίτια αντίστοιχα των μελλονύμφων να τους ξυπνήσουν με σχετικά τραγούδια και να αρχίσουν να τους ετοιμάζουν για το μυστήριο του γάμου. Οι υπόλοιποι συγγενείς άναβαν τις φωτιές και έβαζαν τα αρνιά για να ψηθούν. Μετά το τέλος της εκκλησίας οι σειριές των δυο σογιών μαζεύονταν στα σπίτια του γαμπρού και της νύφης αντίστοιχα και περίμεναν να ετοιμαστεί το ζευγάρι .Τους κερνούσαν γλυκά. Οι φίλες της νύφης στόλιζαν τη νύφη τραγουδώντας. Τα ρούχα της νύφης ήταν : Κεντημένη μπόλια από μετάξι , πλουμιστό κοντογούνι, λευκή φούστα με πλούσιο κέντημα στην κάτω μεριά, βελούδινη ποδιά με κέντημα, λευκό πουκάμισο με κεντητά μανίκια στην άκρη, ζώνη βελούδινη με πόρπες και τέλος μαύρα παπούτσια. Τα γιορντάνια και τα χρυσαφικά τα κρεμούσαν στο λαιμό της νύφης και κάλυπταν όλο το στήθος με εντυπωσιακό τρόπο. Του γαμπρού ήταν: κοντογούνι μαύρο κεντητό, μακριά λευκή φουστανέλα, λευκό πουκάμισο που του είχε στείλει δώρο η νύφη στα ειδώματα, ζωνάρι από σκληρό δέρμα ή σελάχι, άσπρο καλσόν με μαύρες κορδέλες και μαύρες φούντες και τέλος μαύρα τσαρούχια με φούντα. Από το σελάχι του αντί για πιστόλα και μαχαίρι κρεμόντουσαν μεταξωτά μαντίλια. Το ντύσιμο του γαμπρού και της νύφης το έκαναν οι φίλοι τους και τα παπούτσια της νύφης της τα φορούσε η πιο μικρή στην ηλικία φιλενάδα της ενώ η παροιμία που λέει στο τέλος ξυρίζουν τον γαμπρό είχε εφαρμογή την εποχή εκείνη. Αφού τον έντυναν οι φίλοι του τον έβγαζαν στην αυλή του σπιτιού και μπροστά σε όλη τη σειριά οι φίλοι του τον ξύριζαν το ζεστό νερό και το σαπούνι το έφερνε η μάνα του μέσα σε έναν δίσκο στολισμένο με κορδέλες και λουλούδια. Όταν τελείωναν τα στολίσματα του γαμπρού τον έπαιρναν με νταούλια και τραγούδια και πήγαιναν να πάρουν την νύφη από το σπίτι της. Μόλις έφταναν στο σπίτι της ένα σερνικό παιδί πήγαινε στο γαμπρό ένα ποτήρι νερό και εκείνος αφού το έπινε ασήμωνε το ποτήρι. Τότε έβγαινε η νύφη και φιλούσε το χέρι του πεθερού και της πεθερά της και μετά ο γαμπρός των δικών του πεθερικών. Στο δρόμο για την Εκκλησιά μπροστά πήγαιναν τα νταούλια και άντρες που κουβαλούσαν καλάθια με τις στολισμένες ψωμοκουλούρες, μετά η νύφη καβάλα σε στολισμένο άλογο ή άμαξα και στο πλάι της όλες οι γυναίκες. Πιο πίσω πήγαινε ο γαμπρός με τους άντρες και όλοι μαζί τραγουδούσαν τραγούδια του γάμου. Τα μεταγενέστερα χρόνια την εποχή του μεσοπολέμου η συνάντηση του ζευγαριού άρχισε να γίνεται στην πόρτα της εκκλησίας. Πρώτος στην εκκλησία έμπαινε ο κουμπάρος και πήγαινε στο τραπέζι που ήταν τα στέφανα και άφηνε το δώρο του που ήταν συνήθως ένα φόρεμα για τη νύφη. Κρατούσε και τρεις λαμπάδες που τις έδινε αναμμένες να τις κρατούν τρία ΄σερνικά παιδιά. Τελειώνοντας το μυστήριο περνούσαν όλοι να ευχηθούν στους νεόνυμφους ο γαμπρός έπαιρνε την νύφη και τη σειριά του και πήγαιναν στο σπίτι του. Στο σπίτι τους περίμενε στην πόρτα η μάνα του γαμπρού φωρόντας στην πλάτη ένα λευκό μαντίλι. Εκεί τους κερνούσε και τους δύο γλυκό του κουταλιού σταφύλι και γλυκό ποτό μετά έριχνε κάτω ένα πέταλο ή ρόιδο που έπρεπε να το πατήσει η νύφη για να μπει στο σπίτι. Περνούσε το μαντίλι που είχε ρίξει στην πλάτη της πίσω απο τα κεφάλια των νεονύμφων και τους τραβούσε και τους δυο μέσα στο σπίτι. Σε κάποια χωριά της περιοχής μας και ίσως και στο δικό μας πριν τους περάσει το μαντίλι τους ράντιζε με νερο με την βοήθεια ενός κλαδιού ελιάς. Η σειριά της νύφης πήγαινε να γλεντήσει στο πατρικό της. Ήταν αδιανόητο την εποχή εκείνη τα συμπεθερικά να γλεντήσουν μαζί στο σπίτι του γαμπρού. Αν τύχαινε κανένας από την σειριά της νύφης να πάει να γλεντήσει στο τραπέζι που έκανε ο γαμπρός τον έδιωχναν άρον, άρον και μερικές φορές του φόρτωναν στην πλάτη το σαμάρι του γαιδάρου και τον ξεπροβόδιζαν με σπαρταριστά γέλια. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως το γλέντι που είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον ήταν στου γαμπρού καθώς εκεί ήταν τα όργανα και εκεί γινόταν ο χορός. Στου πατέρα της νύφης το σπίτι το γλέντι γινόταν με τραγούδια της τάβλας. Στου γαμπρού τώρα το σπίτι υπήρχε ένα τραπέζι στολισμένο με λευκό κεντητό τραπεζομάντηλο και λουλούδια. Στην μπροστινή μεριά του ήταν αραδιασμένες οι ψωμοκουλούρες και στη μέση του καθόταν το ζευγάρι, δεξιά του ο παπάς και μετά ο πατέρας και τα υπόλοιπα παιδιά του. Αριστερά καθόταν ή μάνα και δίπλα της τα αδέλφια του πατέρα. Ο παπάς ευλογούσε το τραπέζι και ξεκινούσε το γλέντι, έκοβαν τις κουλούρες και μοίραζαν το κρέας από τα αρνιά που πλέον είχαν ψηθεί . Τον πρώτο χορό τον έσερνε η νύφη που την κρατούσε ο γαμπρός, μετά ο γαμπρός, ο κουμπάρος, η μάνα του γαμπρού και τέλος ο πατέρας του. Ο χορός ήταν πάντα ο καλαματιανός και για κάθε έναν από αυτούς που χόρευαν υπήρχε σχετικό τραγούδι. Μόλις τελείωναν οι συγγενείς έμπαινε στο χορό και ο κόσμος και κάθε ένας που ήθελε να χορέψει μπροστά πήγαινε στην ορχήστρα έριχνε λεφτά και μερικές φορές παρήγγελνε τραγούδι. Όταν άρχιζε να νυχτώνει ο γαμπρός με την νύφη αποχωρούσαν για το νυφικό κρεβάτι. Με την ευχή του παπά και των γονέων για καλούς απογόνους αποχωρούσαν με την συνοδεία της μάνας που τους έβαζε στο δωμάτιο και αποχωρούσε. Το γλέντι έξω συνεχιζόταν μέχρι την στιγμή που έβγαινε ο γαμπρός στο μπαλκόνι και έριχνε μια τουφεκιά σημάδι ότι όλα πήγαν καλά με την νύφη ( αν την έριχνε την τουφεκιά μέσα στο σπίτι τότε….). Αυτό περίμεναν οι καλεσμένοι. Έπεφταν τουφεκιές έσπαγαν πιάτα και ζεσταινόταν το γλέντι πιο πολύ. Σε μερικά χωριά συνήθιζαν να βγάζουν το σεντόνι ή το εσώρουχο της νύφης όχι όμως στο δικό μας που αρκούνταν να πιστέψουν μόνο στην τουφεκιά του γαμπρού. Το γλέντι αυτό κρατούσε μέχρι το πρωί ενώ ο γαμπρός και η νύφη δεν ξανακατέβαιναν. Την άλλη μέρα πήγαιναν οι φίλοι του γαμπρού και τραγουδούσαν για να ξυπνήσουν τους νεόνυμφους τότε κατέβαινε η νύφη και κερνούσε γλυκά τους φίλους του γαμπρού και περνούσε πίσω από το λαιμό τους ένα λευκό μαντίλι. Την επόμενη μέρα του γάμου γινόταν και το πρώτο τραπέζι που έκαναν οι νεόνυμφοι στο σπίτι τους και το έκαναν στου συγγενείς του γαμπρού. Ήταν και η τελευταία γαμήλια εκδήλωση. 
 Τάκης Δ. Γλιάτας

Ενημερωνόμαστε για την περιοχή μας

ΤΑ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες