Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Μαΐου 2022

Σύντομο ιστορικό του ναού της Αγίας Παρασκευής Πύργου Τριφυλίας.

Παλαιά παράδοση θέλει τον ναό της Αγίας Παρασκευής να ήταν ο πρώτος ενοριακός ναός όταν το χωριό βρισκόταν στην περιοχή που σήμερα αποκαλούμε Παλιόπυργας. Την παλαιότερη ιστορικά καταγεγραμμένη μαρτυρία για την ύπαρξη του ναού την βρίσκουμε το 1689 σε ενετική καταγραφή του επισκόπου Ανδρούσης, όπου και ανήκε εκκλησιαστικά τότε το χωριό και η οποία αναφέρει χαρακτηριστικά: «Εις το χωρίον Πύργον είναι ναός της Παναγιάς και έχει μερικόν τόπον και ολίγαις ελιαίς, είναι και του Αγίου Νικολάου και της Αγίας Παρασκευής και χαλασμέναις τέσσαρες». Η εκκλησία τότε ήταν πολύ μικρότερη από αυτή που βλέπουμε σήμερα και ο χώρος γύρω από αυτήν ήταν ένας απότομος λοφίσκος χωρίς μεγάλο χώρο γύρω της. Ό δρόμος που έφθανε στο εκκλησάκι ήταν ένα μονοπάτι που ξεκινούσε από τον τότε κεντρικό δρόμο, μόλις εκατό μέτρα βορειότερα του ναού. Ο πληθυσμός του χωριού («Pirgo», όπως το καταγράφει ο Ενετός καταγραφέας) δεν ξεπερνούσε τους 28 κατοίκους, σίγουρα όμως ήταν αρκετοί περισσότεροι, καθώς, κατά την συνήθεια των υπόδουλων κατοίκων της εποχής,

αρνούνταν να απογράψουν όλα τα μέλη των οικογενειών τους. Υπήρχε και ένα δεύτερο μονοπάτι, που οδηγούσε από το χωριό προς τον ναό, περνούσε από την παλιά βρύση της ξερόβρυσης και έβγαινε ανατολικά της εκκλησίας.
Μέχρι το 1870 η εκκλησία της Παναγίας ήταν όσο και το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Τότε εφημέριος των χωριών Πύργος και Αγορέλιτσα ήταν ο ιερέας Δημήτριος Σταματελόπουλος, ο οποίος στηριζόμενος στην καλλιέργεια της σταφίδας ξεκινάει να χτίζει μεγαλύτερο ναό της Παναγίας οι εργασίες του οποίου κράτησαν περίπου δέκα χρόνια. Στα 1880 περίπου ιερέας στο χωριό ήταν ο Θεόδωρος Παπαθεοδώρου (θείος εκ μητρός του μετέπειτα ιερέα Θεοδώρου Βακαλοπούλου), που εγκαινιάζει τον ναό της Παναγίας. Τότε το.....

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

1821: Η απελευθέρωση του χωριού μας και το πέρασμα του Ιμπραήμ.

Στις 17 Μαρτίου στην Αρεόπολη εορτάζεται στην ουσία έναρξη του αγώνα στην Μεσσηνία. Στις 23 Μαρτίου ελευθερώνεται η Καλαμάτα, στις 24 Μαρτίου τα Σουλιμοχώρια και εν συνεχεία οι υπόλοιπες περιοχές. Οι ρίζες όμως όλων αυτών των γεγονότων είναι αναμφισβήτητα παλαιότερες
Μετά το 1453 (άλωση της Πόλης) ο χριστιανικός πληθυσμός που κατοικούσε στις κατακτημένες απο τους Οθωμανούς περιοχές ονομάζονταν ‘’Γραικοί ή Ρωμιοί ‘’ Αυτοί λοιπόν οι χριστιανικοί πληθυσμοί είχαν σαν κεφαλή τους τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και το δίκτυο επισκόπων του Πατριαρχείου σε όλη την οθωμανική αυτοκρατορία, οι οποίοι με συμφωνίες με τους κατά καιρούς σουλτάνους κρατούσαν τους ρωμιούς ήρεμους και μακριά από εξεγέρσεις, με αντάλλαγμα κάποια προνόμια που είχε λάβει η εκκλησία και την υπόσχεση να μπορούν οι ρωμιοί να εκτελούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Τα θετικά και αρνητικά αυτής της κατάστασης............

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Οι δασκάλοι μας

 

          

     Μέσα στο καλοκαίρι «έφυγε» πλήρης ημερών η δασκάλα μας η Νίτσα το γένος Γεωργακοπούλου. Ήταν χωριανή μας και παντρεμένη με το δάσκαλο Νικόλαο Κωστάκη, διευθυντή του σχολείου, καταγόμενο από τη Βλαχοκερασιά Αρκαδίας. Την τριθέσια ομάδα συμπλήρωνε η Ευγενία Μαυροειδή, προχωρημένης ηλικίας ανύπαντρη με καταγωγή, αν θυμάμαι καλά, από τα χωριά της Καλαμάτας. Αυτήν είχα και στις πρώτες μου τάξεις. Μια γυναίκα «μαζεμένη» χωρίς να κάνει έντονη την παρουσία της μέσα στην τάξη, αλλά τιμωρία μας έβαζε να γονατίζουμε στα χαλίκια. Ήταν όμως και «γουρλίδικη» γιατί το 1955, τις πρώτες-πρώτες μέρες στην πρώτη τάξη που όλα τα «πρωτάκια» ήμασταν ψαρωμένα και τρέμαμε, πέθανε ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος και μας ήρθε ένα τριήμερο ή πενθήμερο πένθος-αργία σαν δὠρο-λουκούμι.

     Με τη Νίτσα δεν «συναντηθήκαμε» ίσως γιατί άρχισαν οι γέννες της και οι άδειες. Ήμασταν όμως γειτόνοι και είχα σχηματίσει πολύ καλή εικόνα γι’ αυτήν. Γλυκομίλητη με όλους με μια ιδιαίτερα ζεστή φωνή. Είχε μάλιστα και κάποιες γνώσεις σε ιατρικά θέματα και πολλές φορές συμβούλευε τη μάνα μου που τη ρωτούσε καθώς κάποιο από εμάς όλο και κάτι είχε. Έτσι από την Μαυροειδή βρέθηκα κατευθείαν στον Κωστάκη, στην επιτομή της γνωστής διδασκαλικής σκληράδας της εποχής που όλο και κάτι θα έχετε  ακούσει η διαβάσει. Του είχαμε δώσει το προσωνύμιο «χασάπης» και τρέμαμε όχι μόνο τη λούρα ακακίας που από το πολύ χτύπημα σχιζόταν εγκάρσια και όσο σχιζόταν τόσο και πιο πολύ πονούσε αλλά, και τον ίσκιο του.  Όταν έβγαινε στην πλατεία των καφενείων τρυπώναμε από δω κι από κει για να μην μας πάρει το μάτι του στο αργό περπάτημά του, μόνο που μας κοβόταν το αίμα σ΄ εκείνα τα απότομα γυρίσματα που ΄κανε προς τα πίσω.

     Βέβαια κι εμείς δεν ήμασταν τίποτα αγιόπαιδα, μια άγρια αγέλη αδέσποτων ήμασταν που δεν άφηνε τίποτα όρθιο στο πέρασμά της. Αρκεί να αναφέρω ότι οι μαραγκοί της εποχής όταν φτιάχνανε παράθυρο για σπίτι. στο πλαίσιο των τζαμιών έδιναν το εμβαδόν που είχε ο πάτος του τενεκέ για το λάδι, καθώς ήταν σίγουρο πως μετά από λίγο καιρό θα έπαιρνε εκείνη τη θέση, καθώς τζάμι δεν θα υπήρχε κάτω από το ανηλεές πετροβόλημά μας. Έχει μείνει, μάλιστα, χαρακτηριστική η φιλοσοφημένη απάντηση που έδωσε στους συμμαθητές του ένας μεγαλύτερος για το πως του φάνηκε η Αθήνα: «Στο χωριό πέτρες πολλές τζάμι κανένα, στην Αθήνα τζάμια πολλά πέτρα καμία!».

     Για όσους απαρτίζαμε τη σκληρή ομάδα της αλητείας δεν μας αναγνώριζε ποτέ το «τεκμήριο της αθωότητας» ακόμη και όταν δεν μας ανέφεραν οι «επιμελητές» για κάποιο παράπτωμα. «Δεν μπορεί κάτι θα κάνατε» έλεγε και συνέχιζε μετά με τη βέργα. Εμένα στην έκτη όταν κέρδισα τον κουμπαρά (κουνουπαρά τον λέγαμε τότε) για την έκθεση της αποταμίευσης δεν μου τον έδωσε το πρωί που το ανακοίνωσε αλλά μου είπε να περάσω στο σχόλασμα από το γραφείο. Και όταν πήγα μου έδωσε το δώρο μαζί με ένα χέρι ξύλο προς συμμόρφωση γιατί μου είπε πως ενώ είμαι έξυπνος θα καταστρέψω τη ζωή μου στην αλητεία. Πήγα στο σπίτι και είπα στη μάνα μου

       --- Κέρδισα αυτόν τον κουνουπαρά στην έκθεση.

       --- Μα εσύ παιδάκι μου φαίνεσαι κλαμένο!

       --- Ίσως από συγκίνηση, είπα.

     Είχε όμως ο Κωστάκης και κάποια πολύ θετικά στοιχεία που τα αναγνωρίσαμε αργότερα:

     Α) Ήτανε νοικοκύρης και αγάπαγε πολύ τον ανθόκηπο όπου μας έβαζε και φροντίζαμε τα ωραιώτερα λουλούδια. Μαργαρίτες, χρυσάνθεμα, μολόχες (γεράνια), τριανταφυλλιές, γαρυφαλλιές, βιολέτες, αγιόκλημα και ρολογιά. Ένα διάστημα ασχολιότανε και με μια σταφίδα που είχε αφήσει κάποιος κληρονομιά στο σχολείο. Με τη φυσική του παρουσία και την εθελοντική εργασία κάποιων συχωριανών μάζευε τον καρπό και τον έφερνε σε σωρό στη γωνία της αίθουσας πέμπτης και έκτης, περιμένοντας να ανέβει η τιμή της σταφίδας. Έτσι όταν ξεκινάγαμε το Σεπτέμβρη βρισκόμασταν δίπλα σ’ ένα σωρό που έβγαζε μια ξινίλα και ήταν γιομάτος με εκείνα μικρά σκουληκάκια που ανεβαίνανε στο ταβάνι και από εκεί κατευθείαν στο σβέρκο μας.

     Β) Ήταν ακριβοδίκαιος. Ο ανώτερος βαθμός που έβαζε ήτανε το οκτώ(8) και δεν αδικούσε κανέναν. Μπορεί κάθε Ιούνιο λόγω ξύλου και φτώχιας να έτρεμα πως θα μ’ αφήσει στην ίδια τάξη και να έτρωγα τα νύχια μου από την αγωνία, μα με πέρναγε πάντα με 8  όπως και τους δύο άλλους καλούς μαθητές της τάξης αλλά νοικοκυρόπαιδα: τον Τάκη και τη Νίτσα.       Και το σπουδαιότερο:

     Γ) Ήταν πολύ καλός στα Μαθηματικά και πολύ καλός στη διδασκαλία τους. Είχε τον τρόπο και την επιμονή να μα δώσει να καταλάβουμε το θέμα αλλιώς δεν μας άφηνε για διάλειμμα ή σχόλασμα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να διακρίνεται κάποια υπεροχή μας μετά στο γυμνάσιο και να αναγκάζει το φυσικό μας τον Κανελλόπουλο να σχολιάζει: «Αμάν αυτοί οι Πυργιώτες με τα μαθηματικά, από το νερό που πίνουνε τα μαθαίνουν?». 

     Τελειώνοντας θα ήθελα να αναφέρω και τον τεράστιο αριθμό μαθητριών και μαθητών που είχε τότε το σχολείο μας. Ένα πολύβουο μελίσσι που ζουγκούναγε. Δεν θυμάμαι νούμερο αλλά θα πρέπει να υπερβαίναμε το 120.      


Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

Ντοκουμέντο: Ιστορική Έκθεση του 1953 για το 3/τάξιο Δημοτικό Σχολείο Πύργου Τριφυλίας!!!

3/ταξιον Δημοτικόν Σχολείον Πύργου Τριφυλίας
Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 22-23/12/2012


Του Δημήτρη Α. Δριμή,
Εκπαιδευτικού,
τ. Δημάρχου Αετού


Το 1953, ο τότε επιθεωρητής των Δημοτικών Σχολείων της Τριφυλίας ζήτησε από τους διευθυντές των σχολείων να υποβάλουν ιστορικές εκθέσεις των σχολείων τους. Στις εκθέσεις που παραθέτουμε έχει τηρηθεί η ορθογραφία και η σύνταξη των πρωτοτύπων. Η γραφή,για τεχνικούς λόγους, είναι μονοτονική και όχι πολυτονική, όπως ήταν στις πρωτότυπες εκθέσεις. Οι πληροφορίες που αντλούνται, πέρα από τις μνήμες που ανασύρονται, είναι πολλές και ρίχνουν φως σε μια πρόσφατη, σχετικά, περίοδο του τόπου μας. Ας μην ξεχνάμε πως οι εκθέσεις συντάχθηκαν στη δύσκολη περίοδο των μεταπολεμικών και μετεμφυλιακών χρόνων.
Το Δημοτικό Σχολείο Πύργου – Τριφυλίας φαίνεται, σύμφωνα με την έκθεση του διευθυντή, από τα χρόνια του 1821 και μέχρι το 1923 να λειτουργεί ξεχωριστά ως αρρένων και θηλέων. Στην αρχή λειτουργούσε με δαπάνες των κατοίκων, στη συνέχεια ως κοινοτικό και τέλος ως κρατικό σχολείο. Από το1930 ξεκινάει, με πρωτοβουλία του Κοινοτικού Συμβουλίου, η προσπάθεια αγοράς οικοπέδου και ανέγερσης διδακτηρίου για τριτάξιο σχολείο. Η προσπάθεια αυτή ολοκληρώθηκε το 1938 με την αποπεράτωση του διδακτηρίου. Βοήθησαν ομογενείς από την Αμερική,το υπουργείο Παιδείας, οι ίδιοι οι κάτοικοι. Ονόματα δημοτικών συμβούλων, δωρητών, μελών διδακτηριακής επιτροπής και σχολικής εφορείας, παρελαύνουν στην έκθεση αυτή.



Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ του Θέμη Τριφύλιου



Γεννήθηκα πάνω από ένα καφενείο τη δεύτερη μέρα του Δεκέμβρη του 1907. Πρώτα άκουσα τη μελισσοβουή του καφενείου, που σα μουρμούρα έφτανε  στ΄αυτιά μου διαπερνώντας το  ταβάνι και το πάτωμα, κι ύστερα είδα τον κόσμο που καθόταν στα τραπέζια του.
 Τις καθημερνές ο κόσμος εκείνος ήταν ένα  «φυγιό», ένας συνεπαρμός που εισορμούσε στο καφενείο, προχωρούσε ως το τζάκι απέναντι στην είσοδο, παράγγελνε τον καφέ, το φασκόμηλο, το τσάι  του, το ρούφαγε καφτό, κολυμπώντας στη «σκουτέλα» μια φετιασμένη αγκωνή ψωμιού, «καπίνιζε» ένα-δυο τσιγάρα κι αμέσως επετιώταν έξω. Σε λίγο εκείνοι που ήταν το πέρασμά τους, κάλπαζαν, άλλοι για τον απάνω κάμπο, άλλοι για την κάτω «περιφέρεια»  να πάνε στις δουλειές, στα χτήματά τους. Και το βραδάκι που γύριζαν, πάλι έρχονταν στο καφενείο, βιαστικοί και.................

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Ένας δρόμος που δίχασε το χωριό.

Ήταν καλοκαίρι του 1970, παραμονές της εορτής της Αγίας Παρασκευής. Όλο το χωριό ετοιμαζόταν για το πανηγύρι. Οι νοικοκυρές ασβέστωναν τις αυλές και ανάπιαναν τα προζύμια τους για να ζυμώσουν. Οι νοικοκυραίοι έσφαζαν ότι αμνοερίφιο είχαν κανονίσει για το πανηγύρι του χωριού. Ο παπάς και ο πρόεδρος μαζί με μερικούς χωριανούς καθάριζαν τον μικρό και στενό δρόμο που οδηγούσε στο ξωκκλήσι της Αγίας Παρασκευής, αυτόν που περνούσε από την Ξερόβρυση και οδηγούσε στο Ναό της Παναγίας, για να είναι έτοιμος όταν θα περάσει η εικόνα με τους πανηγυργιώτες (βλέπετε τότε ο εθελοντισμός ήταν κάτι αυτονόητο). 
-Ρε παπά θα μας φάνε τα φίδια εδώ μέσα, πρέπει να φέρουμε.............................

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

Πόσοι μείναμε τελικά στο χωριό;

Αν και αρχικά υπήρχαν φόβοι ότι στην απογραφή του 2011 θα βγαίναμε πολύ λιγότεροι από το 2001 τελικά η διαφορά δεν ήταν τόσο μεγάλη. Παρόλο που ξεσκουριάζαμε την καμπάνα κάθε λίγο και λιγάκι, οι γεννήσεις ήταν αρκετά περισσότερες από τις δυο προηγούμενες δεκαετίες. Αυτό προκύπτει από τα νούμερα τις απογραφής που διενεργήθηκε τον προηγούμενο μήνα.
Συγκεκριμένα: Το 2001 ήμασταν 847 νοματαίοι και στην απογραφή του 2011 ήμασταν 773 μείον δυο γιαγιάδες που χάσαμε μετά την απογραφή σήμερα που κάνουμε αυτή την ανάρτηση είμαστε 771. Από αυτούς οι 383 είναι άντρες και οι 388 γυναίκες.
Θα αναρωτηθεί κάποιος πως γίνεται οι άντρες με τις γυναίκες να έχουν τόσο μικρή διαφορά αφού  κάθε γειτονιά είναι γεμάτη χήρες.
Το πιθανότερο είναι να ισορροπεί το πράγμα με τους αλλοδαπούς εργάτες που ζουν στο χωριό μας και οι περισσότεροι είναι άντρες.
Έτσι φτάσαμε αυτό τον αριθμό σε καιρό αφθονίας, να δούμε τώρα στον καιρό της φτώχειας που θα πάμε.

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Η 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ

Μία απαλή δροσιά και το πρώτο φως του ήλιου που γλυκοφώτιζε πίσω από την κορυφογραμμή της Ζωοδόχου Πηγής, που είναι η συνέχεια της Αγιάς προς το Κεφαλόβρυσο, ήταν οι πρώτες αισθήσεις των χωριανών που ξυπνούσαν και έβγαιναν από τα σπίτια τους για να πάνε στα χωράφια τους. Άλλοι γιατί είχαν ξεκινήσει το μάζεμα της μαυρολιάς άλλοι για τις τελευταίες ετοιμασίες πριν από αυτό. Μια γλυκιά αναστάτωση που είναι συνηθισμένη σε όλα τα χωριά της Ελληνικής περιφέρειας εδώ και αιώνες και αυτό το πρωινό παιζόταν σαν θεατρική παράσταση σε κάθε γειτονιά. Οι γειτόνοι καλημερίζονταν με πειράγματα και χαμόγελα
-Καλή 'μέρα θα κάνει και σήμερα.
-Άντε να μαζέψουμε καμία ελιά γιατί από τη σταφίδα καζαντίσαμε φέτος.
Πίσω, στα σπίτια της πλατείας ένα νέο θα έκανε το γλυκό αυτό πρωινό της 28ης Οκτωβρίου 1940 ακόμα πιο χαρούμενο.
-Αυγαταίνει το χωριό μας
-Τι έγινε;
-Γέννησε η Δημητρούλα του Γιώρη του Γλιάτα!
-Πότε;.. απόψε;
 -Τώρα το Ξημέρωμα
 -Και τι έκαμε;
-Παιδί... και που να δεις σερνικό... ίσα με τέσσερα κιλά
 -Μπράβο! γερή γυναίκα ούλο σερνικά κάνει, τυχερός ο Γιώρης.
Το νέο έκανε το γύρο του χωριού αμέσως, μα ξαφνικά το Τζιπ της Χωροφυλακής από τους Γαργαλιάνους κάνει την εμφάνισή του στο χωριό, περνάει τα πρώτα σπίτια και κατευθύνεται στο σπίτι του Προέδρου. 
Ο πρόεδρος εκείνη τη στιγμή κατέβαινε τα σκαλιά του σπιτιού του και από το αυτοκίνητο κατέβαινε ο διοικητής του τμήματος των Γαργαλιάνων.
 -Καλημέρα πρόεδρε
 -Καλημέρα κ διοικητά πώς έτσι και πρωινός στο σπιτικό μου, τι έγινε;
 -Πάμε πάνω πρόεδρε θέλω να σου μιλήσω.
 Μετά από πέντε λεπτά περίπου την ξύλινη σκάλα κατεβαίνει ο διοικητής με τον πρόεδρο αναστατωμένοι φτάνουν στο αμάξι και χαιρετιούνται
-Υπομονή πρόεδρε
 -Σε όλους μας χρειάζεται απ εδώ και πέρα
 Το αυτοκίνητο αναχωρεί για τα άλλα χωριά και ο πρόεδρος φεύγει όχι για το καφενείο όπως συνήθιζε κάθε πρωί μα για για το σπίτι του παπά.
Χτυπάει την πόρτα με δύναμη και του ανοίγει ο παπάς που ετοιμαζόταν και εκείνος για να πάει στα Μουρίκια για ράβδο
-Τι έγινε πρόεδρε πρωί πρωί και κοπανάς τη πόρτα λες και σε κυνηγάνε;
-Μπες μέσα παπά θέλω να σου μιλήσω.
 Κάθονται σε δυο καρέκλες που βρέθηκαν μπροστά τους.
-Για λέγε ρε πρόεδρε -Σήμερα το πρωί η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα και ήδη στα σύνορα με την Αλβανία έχει κατευθυνθεί ο στρατός μας για να αμυνθεί
Ο παπάς κάνει το Σταυρό του
-Θεέ μου βοήθα. Και που το έμαθες πρόεδρε;
-Ήρθε ο διοικητής της Χωροφυλακής από τους Γαργαλιάνους και με ειδοποίησε, μοιράζει αυτό το χαρτί σε όλους τους προέδρους των χωριών.
-Τι είναι αυτό;
-Χαρτί επιστράτευσης για τους νέους από 20 έως 25 ετών σε πρώτη φάση
-Σὲ πρώτη φάση;
-Αργότερα αν χρειαστεί θα κληθούν και άλλες ηλικίες.
-Τι μέρα ξημέρωσε πρόεδρε;
-Ο Θεός να βάλει το χέρι του παπά μου.
-Να ενημερώσουμε το χωριό δε χρειάζεται να κιοτέψουμε
-Όχι ρε παπά Θόδωρε, είμαστε Έλληνες και αφού η ιστορία και η πατρίδα μας καλεί εμείς θα δεχθούμε το κάλεσμά τους.
 -Πάμε στην πλατεία να μαζέψουμε το κόσμο, θα στείλω άνθρωπο να χτυπήσει την καμπάνα.
  Στο χωριό οι περισσότεροι είχαν φύγει για τα χωράφια τους. Όσοι είχαν μείνει άκουσαν την καμπάνα της εκκλησιάς να σημαίνει γρήγορα. Αμέσως προκλήθηκε αναστάτωση βγήκαν στις γειτονιές να μάθουν τι έγινε, σε λίγα λεπτά από όλους ακουγόταν η λέξη πόλεμος, πόλεμος. Ο παπάς και ο πρόεδρος ενημέρωσαν τον κόσμο στην πλατεία για τις εξελίξεις. Η πρώτη αντίδραση των χωριανών ήταν να τρέξουν στα μπακάλικα να πάρουν πράγματα για τις δύσκολες μέρες που έρχονταν, η αναστάτωση ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπα των γυναικών και των ανδρών. Οι μπακάλιδες έκρυβαν τα σακιά με τα όσπρια και άλλα ήδη που θεωρούσαν ότι θα υπήρχε έλλειψη σε λίγες ημέρες. Όμως ξαφνικά σαν από θαύμα κάτι άλλαξε στην ψυχολογία αυτού του κόσμου. Ένα εθνικό παραλήρημα, μια ανείπωτη περηφάνια μπήκε στα στήθη τους που τους έκανε να μιλούν για τον αγώνα του έθνους με πάθος. Ο φόβος της πρώτης στιγμής έγινε γέλιο και κάλεσμα για να αποδείξουν στους εαυτούς τους, τους άλλους και στον κόσμο ολόκληρο πως οι Έλληνες ζυγό δεν υπομένουν. Στα στόματα τους δεν υπήρχε άλλη κουβέντα πάρα μόνο ο πόλεμος και η ιστορία της Ελλάδας. Όσοι ήξεραν λίγα γράμματα και είχαν διαβάσει λίγο, έλεγαν στους άλλους για τα κατορθώματα των αρχαίων, του Κολοκοτρώνη και των άλλων μεγάλων της Ελλάδος. Όλοι είχαν ξεχάσει τις δουλειές τους και είχαν πάρει το ρόλο τους στο πάνθεον των μεγάλων στιγμών του Έθνους. Ξαφνικά κατά το μεσημέρι ο Πρόεδρος αναρτά στην πλατεία τα ονόματα των επιστρατευμένων. Όλοι πλησίασαν στο χαρτί και διάβαζαν δυνατά τα ονόματα και από το πλήθος ακούγονταν κάπου κάπου κάποιοι λυγμοί κάποιας μάνας. Εκείνη η στιγμή ήταν πράγματι η πιο δύσκολη για όλους τους χωριανούς. Έφευγαν και έψαχναν τα παλικάρια να τα αγκαλιάσουν και κει πάνω στο αγκάλιασμα ένιωθαν το συναίσθημα τι θα πει πατρίδα. Χωρίς προσωπικές ή πολιτικές θέσεις, όλοι είχαν μια κοινή αίσθηση αυτής της Έννοιας ή Ιδέας. Το θαυμαστό αυτής της υπόθεσης ήταν ότι ούτε ένα από τα παιδιά που επιστρατεύτηκαν ένιωσαν τον φόβο του πολέμου. Όλα ήταν χαρούμενα και έδιναν θάρρος σε όλους. Ακόμα και στην αγκαλιά της μάνας και εκεί δεν τους τρόμαζε τίποτα. Όσοι το βράδυ έρχονταν από τα χωράφια μάθαιναν τα νέα της ημέρας μαζεμένα. Άκουγαν τι έγινε και έμπαιναν στο κλίμα της χαρμολύπης.
Μόλις έπεσε το σκοτάδι μαζεύονταν στα σπίτια των παιδιών που την άλλη μέρα θα έφευγαν για τον πόλεμο. Όσοι από τους μεγαλύτερους είχαν πολεμήσει στους Βαλκανικούς πολέμους και στη Μικρά Ασία, έλεγαν τις εμπειρίες τους με περηφάνια. Το επόμενο πρωί όλο το χωριό είχε μαζευτεί στην Πλατεία, από στιγμή σε στιγμή θα ερχόταν φορτηγό από την Πύλο για να μεταφέρει τους στρατιώτες στο τρένο στην Κυπαρισσία και από κει να παν στο Μέτωπο. Φασαρία, κουβενταρία, αγκαλιάσματα με τα παλικάρια που έφευγαν, και ευχές
 - Άντε ρε με τη νίκη....
-Με τη νίκη..
Ξαφνικά από την εκκλησιά της Παναγίας ακούστηκε η βουή του φορτηγού ο κόσμος μαζεύτηκε στο μεσαίο πλάτανο για να δει τον ερχομό του. Το σταμάτημα του και το χτύπημα των αλυσίδων του πάνω στην καρότσα πάγωσε το αίμα όλων. Όλοι έλεγαν μέσα τους μια προσευχή για τα παιδιά που με θάρρος ανέβαιναν μέσα και συναντιότουσαν με άλλους συνομηλίκους τους από την Αγορέλιτσα και την Χώρα. Τελευταίος μα χαμογελαστός και με περίσσιο θάρρος πήγε να μπει στο φορτηγό ο Νίκος ο Καραμπότσος, ξαφνικά σταματάει, κοιτάζει γύρω του τους συχωριανούς του που έδιναν θάρρος στους στρατιώτες και με φωνή γεμάτη παράπονο λέει:
- Α ρε πλατάνια δεν θα σας ξαναδώ.
Και με μια γρήγορη δρασκελιά ανέβηκε στο φορτηγό.
Πράγματι, αυτό το παλικάρι δεν ξαναγύρισε πίσω, άφησε το κορμί του στα βουνά της Αλβανίας. Ένας όλμος γκρέμισε το χαράκωμα πού βρισκόταν και το χώμα της Βορείου Ηπείρου τον αγκάλιασε για πάντα. Το μόνο που θυμίζει το πέρασμα του από το χωριό μας είναι το όνομά του χαραγμένο στην μαρμάρινη πλάκα των πεσόντων σε όλους τους πολέμους που συμμετείχε η Ελλάδα στο ηρώο του χωριού μας. Εκεί θα μείνει χαραγμένο και ενώ όλα τα άλλα ονόματα των συχωριανών του κάποια στιγμή θα ξεχαστούν, το δικό του θα μείνει αθάνατο στους αιώνες.
Αυτές ήταν οι πρώτες στιγμές που έζησε το χωριό μας εκείνες τις μεγάλες στιγμές για την ιστορία της Ελλάδας. Στιγμές μεγαλείου και ομοψυχίας που κάθε λαός θα επιθυμούσε να ζει διαρκώς.

.
Η παρούσα ανάρτηση αφιερώνεται
 στη μνήμη του προμνημονευθέντος
Νίκου Καραμπότσου
τιμής και ευγνωμοσύνης ένεκεν
Τάκης Δ. Γλιάτας

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ. 103 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ.







Η ιστορία ενός τόπου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον πρώτα για αυτούς που ζουν, για αυτούς που έχουν γεννηθεί και ίσως για αυτούς που δραστηριοποιούνται μόνο,σε αυτόν τον τόπο. Έτσι και η ιστορία του τόπου μας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εμάς που πληρούμε έστω μία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις. Σήμερα όμως θα αναφερθούμε σε κάποιο ιστορικό γεγονός που έλαβε χώρα στο χωριό μας μα θα κεντρίσει το ενδιαφέρον όλων των αναγνωστών μας, όχι τόσο γιατί έχει σχέση με το προσφιλές θέμα συζήτησης των Ελλήνων, τον αθλητισμό, μα πιο πολύ γιατί έγινε σε μια εποχή που ο αθλητισμός στην νεότερη Ελλάδα ήταν στα σπάργανα του και στην Ελληνική επαρχία σχεδόν ανύπαρκτος.................

Ενημερωνόμαστε για την περιοχή μας

ΤΑ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Αναγνώστες