Ένα διήγημα του αείμνηστου συγχωριανού μας
Θέμη Τριφύλιου
Θέμη Τριφύλιου
(Γεωργίου Καλογερόπουλου)
Κοίταζε μακριά…
Η θάλασσα, αναταραγμένη σύγκορμη απὸ τα βάθη της. Κομματιασμένη σ’ αφρούς, τυλιγμένη απὸ τὴν καταχνιά που σερνόταν απάνω της. Χαλάζια – καρύδια μπήγονταν σαν άσπρες σφαίρες στο τεντωμένο κορμί της και αστραπόβροντα σκέπαζαν το βούισμά της … Ένα καράβι ολάρμενο στο βάθος, δερνόταν με τα μαυρα κύματα και πάλευε να τα νικήσει …
Έλεγε με το νου του: «Αν βάλει πλώρη για το κοντινό νησί μας, μπορεί να γλυτώσει, και τότε κάτι καινούργιο θα μας φέρει. Θα ‘ναι κάποιο μεγάλο νέο από μακρινούς κόσμους, θα ‘ναι … Μπορεί να ‘ναι κάποιος ξεχωριστός άνθρωπος άνθρωπος μιας πολιτισμένης χώρας. Λίγο το ‘χεις ν’ αράξει, έστω και για ώρες μόνο, τέτοιος άνθρωπος σε τούτο το παραδρομισμένο από τον κόσμο ξερονήσι; …».
Έτσι σκεφτόταν κάθε φορά που η φουρτούνα της θάλασσας εισόρμαγε πικράρμυρη στη βουερή σπηλιά των άσαρκων στηθιών του και τα ‘δερνε, σαν όπως τα ολάρμενα καΐκια που ‘σπρωχνε δώθε στα μαυροκόκκινα βράχια. Και περίμενε ….....


